Translate

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

OSCAR WILDE : Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΡΟΔΙΕΣ

Παρουσίαση

"Το τραγούδι της ήταν μαγευτικό. Γιατί τραγουδούσε για τους κάτοικους της θάλασσας πού σέρνουν τα παιδιά τους από σπηλιά σε σπηλιά και κουβαλάνε τα μικρά στους ώμους τους.


Για τους Τρίτωνες πού έχουν μακριές πράσινες γενειάδες και μαλλιαρά στήθια και πού όταν ο βασιλιάς περνάει εκείνοι φυσάνε μέσα από στριφτά κοχύλια, για το βασιλικό παλάτι που ολόκληρο είναι φτιαγμένο από κεχριμπάρι, η στέγη του από σμαράγδι κι έχει ένα πρεβάζι από μαργαριτάρια ολόλαμπρα.

Τραγουδούσε για τους κήπους της θάλασσας εκεί πού τα κοράλλια σαν ασημοκέντητες βεντάλιες σιώνται όλη μέρα, για τα ψάρια πού περιδιαβαίνουν σαν πουλιά από ασήμι, για τις ανεμώνες πού κολλάν στα βράχια και για τα ρόδινα βλαστάρια, πάνω στην κίτρινη άμμο πού σχηματίζει ραβδώσεις.

Τραγουδούσε για τις πελώριες φάλαινες πού έρχονται απ' τις βόρειες θάλασσες κι έχουν κοφτερά παγοκρύσταλλα κρεμασμένα στα φτερά τους. Για τις σειρήνες πού ξέρουν τόσα όμορφα τραγούδια, έτσι πού αναγκάζουν τους ναυτικούς να κλείνουν τ' αυτιά τους με κερί να μην τις ακούνε, γιατί αλλιώς θα βουτήξουν στο νερό και θα πνιγούν.

Για τις ναυαγισμένες γαλέρες με τα ψηλά κατάρτια, για τους παγωμένους ναύτες πάνω στα σκοινιά και τους κολιούς πού κολυμπάνε πότε μέσα, πότε έξω απ' τα λιμάνια. Για τα μικρούλια όστρακα πού είναι μεγάλοι ταξιδιώτες καθώς κολλάνε στην καρίνα των πλοίων γυρίζοντας έτσι σ' όλο τον κόσμο".

Ο κήπος με τις ροδιές του Όσκαρ Ουάιλντ αποτελείται από δύο κύκλους διηγημάτων του που η διεθνής κριτική κατάταξε στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Πρόκειται για τα πολύ γνωστά διηγήματα-παραμύθια: Ο ευτυχισμένος πρίγκηπας, Ο ψαράς και η ψυχή του, Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο, Τα γενέθλια της Ινφάντα, Το αστερόπαιδο, Μια διακεκριμένη ρουκέτα, Ο αφοσιωμένος φίλος, Ο σκληρόκαρδος γίγαντας και Ο μικρός βασιλιάς πού πολύ διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό κάθε ηλικίας.
Γραμμένα με τον γνώριμο ουαϊλδικό τρόπο, αποτελούν έναν αξεπέραστο συνδυασμό, λυρισμού, λεπτής ειρωνείας και θαυμάσιας γλώσσας.
ΠΗΓΗ
Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο(απόσπασμα)
…«Είπε ότι θα χόρευε μαζί μου αν της έφερνα κόκκινα τριαντάφυλλα,» φώναξε ο νεαρός φοιτητής, «άλλα σ’ όλο τον κήπο μου δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο…
Θα χορεύει τόσο ανάλαφρα που τα πόδια της δεν θα αγγίζουν το δάπεδο, αλλά με μένα δεν θα χορέψει, γιατί δεν έχω κόκκινο τριαντάφυλλο να της προσφέρω», και σωριάστηκε κάτω στο γρασίδι, και έχωσε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του, και έκλαψε.
Όμως η Αηδόνα κατάλαβε το μυστικό της θλίψης του φοιτητή, και κάθισε σιωπηλή στη βελανιδιά, και σκέφτηκε σχετικά με το μυστήριο του Έρωτα.

 Έτσι η Αηδόνα πέταξε στην Τριανταφυλλιά που φύτρωνε κάτω από το παράθυρο του Φοιτητή. «Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι.» Αλλά το Δένδρο κούνησε το κεφάλι του.
«Τα τριαντάφυλλά μου είναι κόκκινα,» απάντησε, «τόσο κόκκινα όσο τα πόδια του περιστεριού, και πιο κόκκινα από τις μεγάλες βεντάλιες του κοραλλιού που κυματίζουν και κυματίζουν στα σπήλαια  του ωκεανού. 

Αλλά ο χειμώνας έχει παγώσει τις φλέβες μου, και η παγωνιά έχει κάψει τα μπουμπούκια μου, και η θύελλα έχει σπάσει τα κλαριά μου, και δεν θα έχω καθόλου τριαντάφυλλα αυτό το χρόνο.»
«Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο είναι το μόνο που θέλω,» φώναξε η Αηδόνα, «μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο!
Δεν υπάρχει κανένας τρόπος με τον όποιο να μπορέσω να το αποκτήσω;» «Υπάρχει ένας τρόπος,» απάντησε το Δένδρο, «αλλά είναι τόσο τρομερός που δεν τολμώ να σου τον πω.» «Πες τον μου,» είπε η Αηδόνα, «Δεν φοβάμαι.»
Αν θέλεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» είπε το Δένδρο, «πρέπει να το δημιουργήσεις από τη μουσική στο φως του φεγγαριού, και να το βάψεις με το αίμα της ίδιας σου της καρδιάς.
Πρέπει να μου τραγουδήσεις με το στήθος σου πάνω σε ένα αγκάθι. Όλο το βράδυ πρέπει να μου τραγουδήσεις, και το αγκάθι πρέπει να τρυπήσει την καρδιά σου, και το αίμα της ζωής σου πρέπει να τρέξει μέσα στις φλέβες μου, και να γίνει δικό μου.»
«Ο Θάνατος είναι μεγάλο τίμημα να πληρώσει (κάποιος) για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε η Αηδόνα, «και η Ζωή είναι πολύ ακριβή για όλους. Είναι ευχάριστο να κάθεσαι στο πράσινο δάσος, και να παρακολουθείς τον Ήλιο στο άρμα του από χρυσό, και τη Σελήνη στο άρμα της από μαργαριτάρια.
Γλυκό είναι το άρωμα του κράταιγου, και γλυκοί είναι οι άγριοι υάκινθοι που κρύβονται στην κοιλάδα, και η ερείκη που ανθίζει στο λόφο. Ωστόσο ο έρωτας είναι καλύτερος από την Ζωή, και τι είναι η καρδιά ενός πουλιού συγκρινόμενη με την καρδιά ενός ανθρώπου;»


Έτσι άπλωσε τα καστανά φτερά της για πτήση, και υψώθηκε στον αέρα. «Να είσαι ευτυχισμένος,» φώναξε η Αηδόνα, «να είσαι ευτυχισμένος, θα το έχεις το κόκκινό σου τριαντάφυλλο. Θα το φτιάξω από μουσική στο φεγγαρόφωτο, και θα το βάψω με της ίδιας της καρδιάς μου το αίμα.
Και όταν η Σελήνη έλαμψε στους ουρανούς η Αηδόνα πέταξε στην Τριανταφυλλιά, και έβαλε το στήθος της πάνω στο αγκάθι. Όλο το βράδυ τραγουδούσε με το στήθος της πάνω στο αγκάθι, και η ψυχρή κρυστάλλινη Σελήνη έσκυψε και αφουγκράστηκε.

Όλη νύχτα τραγουδούσε, και το αγκάθι έμπαινε όλο και βαθύτερα στο στήθος της, και το αίμα της ζωής της άδειαζε από μέσα της. Τραγούδησε πρώτα για τη γέννηση της αγάπης στην καρδιά ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Και στο πιο ψηλό κλαδάκι της Τριανταφυλλιάς άνθισε ένα θαυμάσιο τριαντάφυλλο, πέταλο με το πέταλο, τραγούδι με το τραγούδι.
Ωχρό ήταν, στην αρχή, όπως η καταχνιά που κρέμεται πάνω από το ποτάμι – ωχρό σαν τα πόδια τού πρωινού, και ασημένιο σαν τα φτερά της αυγής. Σαν τη σκιά ενός τριαντάφυλλού σε καθρέφτη από ασήμι, σαν τη σκιά ενός τριαντάφυλλού σε λίμνη νερού, έτσι ήταν το τριαντάφυλλο που άνθισε στο ψηλότερο κλαδάκι του Δένδρου.

Μα το Δένδρο φώναξε στην Αηδόνα να πιέσει περισσότερο πάνω στο αγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρή Αηδόνα», φώναξε το Δένδρο, «αλλιώς η Μέρα θα ‘ρθει πριν να τελειώσει το τριαντάφυλλο.» Έτσι η Αηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στο αγκάθι, και ολοένα και δυνατότερο έγινε το τραγούδι της, καθώς τραγούδαγε για τη γέννηση του πάθους στην ψυχή ενός άνδρα και μίας κόρης.

Και μία απαλή απόχρωση από ροζ ήρθε στα φύλλα του τριαντάφυλλου, σαν το αναψοκοκκίνισμα στο πρόσωπο του γαμπρού όταν φιλά τα χείλη της νύφης. Αλλά το αγκάθι δεν είχε ακόμα φτάσει στην καρδιά της, κι έτσι η καρδιά του τριαντάφυλλου παρέμενε λευκή, καθώς μόνο το αίμα της καρδιάς ενός Αηδονιού μπορεί να κοκκινίσει την καρδιά ενός ρόδου. Και το Δένδρο φώναξε στην Αηδόνα να πιέσει περισσότερο πάνω στο αγκάθι.

 «Πίεσε περισσότερο, μικρή Αηδόνα», φώναξε το Δένδρο, «αλλιώς η Μέρα θα ‘ρθει πριν να τελειώσει το τριαντάφυλλο.» Έτσι η Αηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στο αγκάθι, και το αγκάθι άγγιξε την καρδιά της, και μία άγρια σουβλιά πόνου τη διαπέρασε. Πικρός, πικρός ήταν ο πόνος, και όλο και πιο ξέφρενο γινόταν το τραγούδι της, καθώς τραγουδούσε για τον Έρωτα που τελειοποιείται με το Θάνατο, για τον Έρωτα που δεν πεθαίνει στο μνήμα.


Και το θαυμάσιο ρόδο έγινε βαθυκόκκινο, σαν το ροδόχρωμα του ουρανού της ανατολής. Βαθυκόκκινη ήταν η γιρλάντα από πέταλα, και πορφυρή σα ρουμπίνι ήταν η καρδιά.

Μα της Αηδόνας η φωνή γινόταν όλο και πιο αχνή, και τα μικρά φτερά της άρχισαν να τρέμουν, και μία λεπτή μεμβράνη σκέπασε τα μάτια της. Όλο και πιο αδύναμο γινόταν το τραγούδι της, και ένοιωσε κάτι να την πνίγει στο λαιμό.

Τότε έβγαλε ένα τελευταίο ξέσπασμα μουσικής. Η λευκή Σελήνη το άκουσε, και ξέχασε την αυγή, και παρέμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο ρόδο το άκουσε, και τρεμούλιασε σύγκορμο από έκσταση, και άνοιξε τα πέταλά του στον κρύο πρωινό αέρα. Η ηχώ το μετέφερε στις πορφυροβαμμένες της σπηλιές στους λόφους, και ξύπνησε τους κοιμισμένους τσοπάνηδες από τα όνειρα τους. Αρμένισε μέσα από τα καλάμια του ποταμού, και αυτά μετέφεραν το μαντάτο του στη θάλασσα.

«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε το δένδρο, «το τριαντάφυλλο είναι έτοιμο τώρα», μα η Αηδόνα δεν έδωσε καμία απάντηση, γιατί κειτόταν νεκρή στο ψηλό χορτάρι, με το αγκάθι στην καρδιά της.
“Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο” – Oscar Wilde Μετάφραση: Περικλής Γιαννόπουλος

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Τα Θαλασσοπούλια στις ελληνικές θάλασσες

foto  from  Ortsa.gr

Τα Θαλασσοπούλια στις ελληνικές θάλασσες
Θαλασσοπούλια δεν είναι μόνο οι γλάροι! Αλλά ακόμα και αυτοί δεν είναι όλοι ίδιοι μεταξύ τους.
Οι ελληνικές θάλασσες φιλοξενούν έξι είδη θαλασσοπουλιών: τον Αιγαιόγλαρο, τον Ασημόγλαρο, τον Θαλασσοκόρακα, τον Αρτέμη, τον Μύχο και τον Υδροβάτη.
Το να ψάχνεις την τροφή σου στη θάλασσα είναι μια δύσκολη δουλειά. Όπως και οι ψαράδες όμως έτσι και τα θαλασσοπούλια έχουν δύο επιλογές: ή τη σιγουριά της γνωστής ακτής με τα μικρά όμως κοπάδια ψαριών ή τη μεγάλη ανταμοιβή με τις σπουδαίες ψαριές που ωστόσο βρίσκονται στο άγνωστο πέλαγος.

 Τα θαλασσοπούλια που ψαρεύουν κοντά στην ακτή μετακινούνται πολύ λιγότερο από τα είδη που βγαίνουν στο ανοιχτό πέλαγος. Τα παράκτια είδη, όπως λέγονται, θα τα δούμε να πετάνε κατά μήκος των ακτών, να γυρίζουν στα λιμάνια, να κάθονται στα βράχια και το πολύ-πολύ μετακινούνται από νησί σε νησί. Τα θαλασσοπούλια που ανήκουν σε αυτά τα είδη διανύουν μόλις μερικές δεκάδες χιλιόμετρα ανά μέρα.

Τα παράκτια θαλασσοπούλια του Αιγαίου, το Θαλασσοκόρακα, τον Αιγαιόγλαρο και τον Ασημόγλαρο δεν θα τα δούμε να τρέφονται στα ανοιχτά εκτός κι αν ακολουθούν κάποιο ψαροκάικο, εκεί δηλαδή όπου η τροφή είναι εξασφαλισμένη.

 Αντίθετα, τα πελαγικά θαλασσοπούλια είναι αξεπέραστα στο πέταγμα, διανύουν τεράστιες αποστάσεις κάθε μέρα και δεν θα τα δούμε συχνά κοντά στη στεριά. Έτσι στα ανοιχτά θα δούμε τα πελαγικά είδη, δηλαδή τον Αρτέμη και το Μύχο και τον μικροσκοπικό Υδροβάτη.

 Όσον αφορά τις αποστάσεις που μπορεί να διανύσουν τα πελαγικά θαλασσοπούλια ενδεικτικά, ο Αρτέμης μπορεί άνετα να διανύσει 500 χιλιόμετρα σε μια διαδρομή ρουτίνας για να φέρει τροφή στη φωλιά!
Γνωρίστε τα θαλασσοπούλια που ζουν στις ελληνικές θάλασσες:

Αιγαιόγλαρος: ο παραδοσιακός νησιώτης
Ο κατεξοχήν γλάρος του πελάγους αναγνωρίζεται από το σκουρόχρωμο κόκκινο ράμφος. Αποφεύγει τα κατοικημένα νησιά, προτιμώντας να ψαρεύει στην ανοιχτή θάλασσα και να φωλιάζει ομαδικά στις ακατοίκητες νησίδες. Οι περισσότερες αποικίες Αιγαιόγλαρου στην Ελλάδα βρίσκονται στο νότιο και το ανατολικό Αιγαίο.
Οι άνθρωποι ψαρεύουν εντατικά στα παράκτια νερά και παίρνουν τα μικρά αφρόψαρα που είναι η μοναδική τροφή του. Επιπλέον, όταν επισκέπτονται τις ακατοίκητες νησίδες διώχνουν τους ενήλικους Αιγαιόγλαρους αφήνοντας αυγά και νεοσσούς εκτεθειμένα στο ζεστό ήλιο και τους θηρευτές, όπως οι Ασημόγλαροι, οι γάτες και οι αρουραίοι.

Θαλασσοκόρακας: ο επίμονος δύτης
 Ο Θαλασσοκόρακας δεν ταυτίζεται με την κλασσική εικόνα των θαλασσοπουλιών. Συνήθως συναντάται σαν μια μαύρη φιγούρα που κάθεται στα βράχια της ακτής ή να κολυμπά μισοβυθισμένος στο νερό. 
Ψαρεύει κολυμπώντας κάτω από την επιφάνεια και γι’ αυτό μπορεί να πιαστεί και να πνιγεί σε δίχτυα ή να προσβληθεί από πετρελαιοκηλίδες. Υπάρχει παντού στις ελληνικές θάλασσες, αλλά σε μικρούς αριθμούς και είναι πιο κοινός στο κεντρικό και το βόρειο Αιγαίο.
 Ασημόγλαρος: ο πανταχού παρών 
Ο γνώριμος γλάρος πίσω από τα πλοία και πάνω από τη στεριά. Χάρη στην άφθονη τροφή που βρίσκει στους σκουπιδότοπους, έχει πολλαπλασιαστεί υπερβολικά με αποτέλεσμα να επιβαρύνει άλλα θαλασσοπούλια, αρπάζοντας αυγά και νεοσσούς ή καταλαμβάνοντας τις καλύτερες θέσεις φωλιάσματος.
 Αρτέμης: ο θαλασσοπόρος
 Μοιάζει με γλάρο, αλλά συγγενεύει με τα άλμπατρος τα θαλασσοπούλια των ωκεανών του νότου και -όπως αυτά- νοιώθει άνετα στην ανοιχτή θάλασσα και διανύει καθημερινά εκατοντάδες χιλιόμετρα πετώντας ανάμεσα στα κύματα. Φωλιάζει στις ακατοίκητες νησίδες της Μεσογείου, αλλά ξεχειμωνιάζει στον νότιο Ατλαντικό.
Διαβάστε περισότερα / ΕΔΩ

 http://www.ornithologiki.gr/page_cn.php?tID=79091
 Η  ''ποίηση'' των γλάρων

Γυναίκα
Νίκος Καββαδίας (απόσπασμα)

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.


Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

 

Αρμίδα-Νίκος Καββαδίας

Η πλώρια Γοργόνα μια βραδιά

πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,

δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά

του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά

τσούρμο τ’ άγριο κύμα να μας βγάλη

τέρατα βαμμένα πορφυρά

με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

 Κώστας Καρυωτάκης-Ποιητές  (απόσπασμα)
 Σα γλάρος μαυροφτέρουγος πετά η ψυχή μου, σμίγει
με την ψυχούλα του νερού
και τηνε πάει ο άνεμος και τηνε πάει το κύμα
κι είναι παιχνίδι του καιρού.

 Γιώργος Σαραντάρης, Σβήνω τη μουσική του αγέρα 

Σβήνω τη μουσική του αγέρα


Και σε ακούω


Πλάση από τριαντάφυλλα


Κι από σύννεφα


Τώρα που μιλούν οι γλάροι


Και κρέμεται η θάλασσα


Σαν σφεντόνα


Πάνω σε μιά παροδικη


Απουσια

Η φωνή σου είναι το φως


που πέφτει σαν σκιά


Σαν να ήτανε


Βουνό θεόρατο


Ο ήλιος.

(1939)

Έλα.Οι γλάροι μ' αναγγέλνουν -Γιώργος Σαραντάρης
Έλα
Οι γλάροι μ' αναγγέλνουν

Πίσω από την πόρτα σου
Άνοιξε
Να πιω νερό
Και οι φλέβες μου να τρέξουν
Με το ρυάκι της υγείας
Και τα χρώματα ν' ανθίσουν
Πιο μακριά κι από το χώμα
πιο μακριά κι από το αίμα
της δικής μου καρδιάς.


Foto  from The Fujifilm Blog


ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ
Γιάννης Ρίτσος

ΘΑΛΑΣΣΑ θάλασσα
στὸ νοῦ στὴν ψυχὴ καὶ στὶς φλέβες μας θάλασσα.
Εἴδαμε τὰ πλοῖα νὰ φέρνουν τὶς μυθικὲς χῶρες
ἐδῶ στὴν ξανθὴ ἀμμουδιὰ
ὅπου ἀργοποροῦν οἱ βραδινοὶ ὁδοιπόροι.


Ντύσαμε τὶς παιδικὲς ἀγάπες μας
μὲ νωπὰ φύκια.
Προσφέραμε στοὺς θεοὺς τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ὄστρακα στιλπνὰ καὶ βότσαλα.


Χρώματα πρωϊνὰ διαλυμένα στὸ νερὸ
πυρκαϊὲς δειλινῶν στοὺς ὤμους τῶν γλάρων
κατάρτια ποὺ δείχνουν τὸ ἄπειρο
ἀνοιχτὰ κατώφλια στὸ βῆμα τῆς νύχτας
καὶ πάνω ἀπ’ τὸν ὕπνο τῆς πέτρας
μετέωρο κατάφωτο ἀσίγαστο
τὸ τραγούδι τῆς θάλασσας
νὰ μπαίνει ἀπ’ τὰ μικρὰ παράθυρα
νὰ σχεδιάζει κήπους λάμψεις καὶ ὄνειρα
στὰ νωπὰ τζάμια καὶ στὰ κοιμισμένα μέτωπα.

«Ο μικρός αδελφός των γλάρων», Γιάννης Ρίτσος (απόσπασμα)

Ο άνεμος κέρδιζε τα σπίτια μας.
Δεν είχαμε πού να γυρίσουμε.
Δεν είχαμε ν’ αποχαιρετήσουμε
κανέναν άλλον.
Γονατισμένοι σκάψαμε στην άμμο
 να θάψουμε τα μαντήλια του αποχαιρετισμού
ως τη στιγμή που πίσω απ’ τον ώμο μας
ανέβηκε αθόρυβα το φεγγάρι.
Ύστερα σταθήκαμε άντικρυ στο πέλαγος
 ν’ αναπνεύσουμε τη σκιά και τη σιωπή.
Το σχήμα και το βάρος έλιωσε
 Εσύ που μένεις τώρα μικρέ αδελφέ των γλάρων;
                                                                                                           
Αποτέλεσμα εικόνας για beautiful sea
Είχαμε τον κήπο μας στην άκρη της θάλασσας.(Γιάννης Ρίτσος)

Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός
κ’ η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.


Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
- μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
- ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.


Η μητέρα μού κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.


Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών
Απόσπασμα της  Κωνσταντινουπολίτισσας ποιήτριας Αλκμήνης Διαμαντοπούλου.
 Είναι από την ποιητική της συλλογή «Τα θαμπά είδωλα», Αθήνα 1985.
Οι Γλάροι
επάνω από το βάραθρο
μέσα στην καταχνιά
αιώνια ταλάντευση
ανώφελα τα χέρια
και μες στο χάος μον’ τα μάτια μας
σκοπεύοντας το φως
τα μάτια μας του σύθαμπου καθρέφτες

λευκά σημεία αλαργινά
χαμόγελα αχνά που ξεμακραίνουν
οι φευγαλέοι γλάροι
απόκοσμα φτεροκοπήματα
μ’ αυτά μετρήσαμε τους χτύπους της καρδιάς μας.
 http://reastatho.blogspot.gr/2012/01/blog-post_22.html

Ο ΓΛΑΡΟΣ Γιάννης Σκαρίμπας
ΑΠΑΝΤΕΣ ΣΤΙΧΟΙ 1936-1970 (εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ)
 Ώρα καλή στου απείρου την καρδιά
γλάρε μου βραδυνέ που φεύγεις - πλοίο,
μετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά,
η κάμαρα μου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο.

Πήγαινεις συ... Εγώ εκπεσμένο αλαργινό
αδέλφι σου νοσταλγικό εδώ μένω,
ένα βιβλίο, ένα φωσάκι -και πονώ-
μια καμαρούλα - αδέλφι μου υψωμένο.

Κι όλο πετάς. Ώρα καλή κι έχω δουλειά
στο χούμα δω που βρέθηκαν οι καημοί μου,
άσπρα να κάμω τα χρυσά μου τα μαλλιά
κι ύστερα να λυγίσω το κορμί μου.

Κι από ακοντά (μην απορείς και μη ρωτάς)
σιγά θα φύγω έχω δουλειά γλάρε μου - πλοίο
ένα βραδάκι που λευκός συ θα πετάς
σαν νάσαι το ανοιγμένο μου βιβλίο...

Οδυσσέας Ελύτης
Του Αιγαίου

Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Flying Seagulls Sea Sunset Rock Bird Shore Seagull Cool Wallpapers
                                       Από τους Προσανατολισμούς
 Οδυσσέας Ελύτης
Ο γλάρος

Στο κύµα πάει να κοιµηθεί
δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας µπαίνει   µήνας βγαίνει
γλάρος είναι και πηγαίνει


ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΟΣΙΕΣ ΤΙΣ ΠΡΑΣΙΝΕΣ
 Στιγμές του, με νερά τα οράματα
 Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του 
Α! Ζωή 
Παιδιού που γίνεται άντρας 
Πάντα κοντά στην θάλασσα
 όταν ο ήλιος Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει
 κατά εκεί που σβήνεται 
Η σκιά ενός γλάρου(Οδυσσέας Ελύτης)


                        Απο τους  "Προσανατολισμούς" του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)
 Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο - Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
Αφρισμένη απόκριση στ' αυτιά των κοχυλιών

                           Ελύτης, Έφερα τη ζωή μου ως εδώ(απόσπασμα)
 Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία
Λύπες που γίνανε σεντόνια και χτυπούν στον άνεμο για

      να στεγνώσουν, και ξαναχτυπούν στον άνεμο για νά 'ναι
      οι γλάροι

Δίπλα τους, στο πλευρό τους, ποιές νά είν' αυτές
Ποιός κόπος ήμερος, ποιά σπασμένη ενότητα, ποιός θρήνος
'Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα πού
      κλονίζει αιώνες !

                     Δ' Επι σκηνής- Γ-Σεφέρης
Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα ;
Ενα δελφίνι την έσκισε μια φορά
κι ακόμη μια φορά
η άκρη του φτερού ενός γλάρου.  
Κώστας Βάρναλης
“Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα”(απόσπασμα)
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
1. L'Albatros— Charles Baudelaire

Souvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.


À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l'azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d'eux.


Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu'il est comique et laid!
L'un agace son bec avec un brûle-gueule,
L'autre mime, en boitant, l'infirme qui volait!


Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l'archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l'empêchent de marcher.

                                                            ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ-Charles Baudelaire
Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
 που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

 Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
 να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

 Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

 Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.
μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας
(1906-1990)
 http://www.sarantakos.com/language/par-albatros.html

Γῆ τῶν ἀπουσιῶν-Κική Δημουλά (Aπόσπασμα)
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν
ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.
Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς 
καὶ χάνεται.

 
Κική Δημουλά-Απόσπασμα
 Άπαντα τα λάμδα της θαλάσσης
προσεκτικά να τ’ ανεβάζει ένα ένα
μέσα σε διάφανα μπλε σταγονίδια μη σπάσουν
ο γερανός του γλάρου.

Κυματοφιλία – Χάρις Κοντού

ΚΥΜΑΤΟΦΙΛΙΑ

Ήμουν ένας σαστισμένος γλάρος και τίποτε άλλο. Οδηγήθηκα στο κρατητήριο των αισθήσεων. Το κύμα που ερωτεύτηκα μου κούφαινε τ’ αυτιά. Έχει μια πρωτόγονη εφηβική ματαιοδοξία. 


Με γέμιζε θάλασσα κι αισθήσεις. Είναι τόσο όμορφος όταν θυμώνει. Οι αφροί πεταρίζουν στα βλέφαρα. Καίγονται τα μάτια μου από τυφλό, αγνό, πελαγίσιο έρωτα. Και τι δε θα’ δινα ν’ ανεμοδέρνομαι στα υγρά του δάχτυλα.


Να τον βλέπω να ξεβράζει το λυγμό πάνω στο στήθος μου. Να σέρνεται με δυο πόδια μαραμένα πάνω στα βότσαλα. Κι αυτές οι αγράμματες, στρογγυλές μάζες να τον κοιτάζουν με τα βαθουλωτά τους μάτια, να κρέμονται απ’ τα σκασμένα χείλη, αχόρταγα να τους ποτίσει λίγη γνώση από αφρό κι αλάτι. 


Να τον ακούω να τους ψιθυρίζει μελωδικά τις σκέψεις του, να μουσκεύει την αδράνεια. Τα πιο έξυπνα να τα τραβάει στη δίνη του. Τα πιο κουτά να χάνονται μες στην ατέλεια της στεριάς.


Να τον βλέπω να ξεβράζει το λυγμό πάνω στο στήθος μου. Να σέρνεται με δυο πόδια μαραμένα πάνω στα βότσαλα. Κι αυτές οι αγράμματες, στρογγυλές μάζες να τον κοιτάζουν με τα βαθουλωτά τους μάτια, να κρέμονται απ’ τα σκασμένα χείλη, αχόρταγα να τους ποτίσει λίγη γνώση από αφρό κι αλάτι.

Να μου γράφει ποίηση με ομοιοκαταληξία. Να κράζουν οι ψαλιδοχέρηδες γλάροι από ζήλεια. Να χορεύω κι ο ρυθμός του να πάλλεται. Να ξεχνάω το γένος μου. Να ζω για τη στεριά που θα τον φέρει στα πόδια μου.

Με χτύπησαν πολύ στο κρατητήριο.

 H κυματοφιλία τιμωρείται στις μέρες μας. Όπως και η ιδεοφυγή. Σκούπισα το ματωμένο μου ράμφος. Ετοιμαζόμουν για την οριστική, ανεξάντλητη πτώση. Όταν σμίγει το νερό με το ύψος. Το ποινικό μου μητρώο είναι από καθαρό γυαλόχαρτο.

Κρεμάστηκε η νιότη μου απ’ το ταβάνι του κελιού.

Ήταν τόσο ανώφελος ο έρωτας μ’ ένα κύμα.

[Από την ποιητική συλλογή Οι κερασιές το χειμώνα είναι μια κόκκινη επανάσταση (Εκδ. Γαβριηλίδης, 2012).]

 http://frear.gr/?p=4480


Αφιερωμένο σε όσους χαράζουν τις διαδρομές τους,  πάνω στο χάρτη των ονείρων και της καρδιάς τους,  πέρα απο τα ορόσημα και τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη.

Αρμενίζουν τις θάλασσες της ζωής, με ξεναγό την ψυχή εκεί που το αδύνατο φαντάζει δυνατό, το ανέφικτο, εφικτό, με την πυξίδα στραμμένη στο μέρος της καρδιάς.

Ακολουθούν τις γραμμές ενός ορίζοντα, αψηφώντας τα σημάδια ενός προδιαγεγραμμένου τέλους.

Αφήνονται στο κύμα  δεν κυνηγούν χίμαιρες, μόνο την πορεία των γλάρων, σαν μια μοίρα αλήτισσα δεμένη στου χρόνου το κατάρτι. {Mαρία    Λαμπράκη}