Translate

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Η ποίηση των ''Ανέμων''


Στίχοι:
Πόλυς Κυριάκου
Μουσική:
Αρετή Κετιμέ
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
τις νύχτες ντύνεται άσχημος
θεριό την ημέρα
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
μόνο φοβέρα
σφυρίζει, βρίζει σαν άνθρωπος
σαν άγριο τέρας.

Κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν αγαπάς, όταν μαχαιρώνεις τα περασμένα
κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν προσπερνάς, όταν ξεριζώνεις τα κερδισμένα.

Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
στην άβυσσο μπαίνει παράνομος
και πάει πιο πέρα
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
τις νύχτες ντύνεται άσχημος
θεριό την ημέρα.

Κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν αγαπάς, όταν μαχαιρώνεις τα περασμένα
κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν προσπερνάς, όταν ξεριζώνεις τα κερδισμένα.
Νικηφόρος  Βρεττάκος  «Να μαλώσεις τον άνεμο.

Να μαλώσεις τη νύχτα.

Εγώ, να τους πεις,

Δεν είμαι ένα τυχαίο περιστατικό,

να τους παραδοθώ».


Μάλωμα-Νικηφόρος  Βρεττάκος

Κοίταξέ με στα μάτια. Τι έκανες;

Ανεβαίνοντας πάνω στο λόφο που βλέπει

πέρα απ' τον άνεμο, άργησες.

               Κλαις;

Γιατί δε μιλάς;

Τι σου 'λεγε ο ήλιος;


Ολονυχτία (Νικηφόρος Βρεττάκος)
Δε με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.

Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα δίχως χέρια τον κόσμο.

 Και φεύγοντας έρχεσαι.-Νικηφόρος Βρεττάκος
 "Τώρα το ξέρεις:
τα βουνά δε μπορούνε
να μας χωρίσουν. 


Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. 


Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ' το χώρο μας. 


Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.

 
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο,
ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του"...

https://ak9.picdn.net/shutterstock/videos/2591837/thumb/1.jpg
Αυγουστιάτικος άνεμος-Νικηφόρος Βρεττάκος


Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν
καρδιές χωριστές - τόσα μάτια, όσα βλέπουν
αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά
κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα
στην κάτασπρη γύρη του.


     Νιώθω μέσα στο στήθος μου
την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω
σα να 'μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε
για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και
     χαρούμενος,
προς τα πάνω. 



Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι
     κάθεσαι και
δε γίνεσαι μέλισσα; 

Δυο γραμμούλες φωτός,
δυο αστεράκια οι κεραίες σου - πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,
ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις
φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

Ανοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.
Το Άξιον Εστί - Δοξαστικόν -Οδυσσέας  Ελύτης

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται


Ο Μαϊστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια

Άνεμος της Παναγίας – του Οδυσσέα Ελύτη

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο

Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα

Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού

Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά

Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή

Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

ΕΛΥΤΗΣ, Ο μικρός Ναυτίλος (απόσπασμα)
ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ

είναι παρά μια λάμψη πίσω απ’ τα βουνά
-κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός
που άξαφνα σταματάει όξω απ’ τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι
τους βουρκώνει


Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

 
Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικό-
νισμα και πάνω του η φωτιά.
Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο
αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα
Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;


Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να’ ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό
στον ώμο• στην τσέπη μου έναν Οδηγό• τη φωτογραφική μου μηχανή
στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω
ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο


Χρυσέ ζωής αέρα…

-Γιάννης Ρίτσος, «Μια γυναίκα από άνεμο»

«Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο – το χαμόγελό της.

Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο.
«Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.» 


Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα.
Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.»

(Γ. Ρίτσος, Ποιήμα, τ. 3ος, Κέδρος)

Απόσπασμα από τις «Γειτονιές του κόσμου» Γιάννης Ρίτσος
Ακούστε πώς σφυρίζει τούτος ο άνεμος.
Είναι μεγάλος τούτος ο άνεμος, είναι χαρούμενος
φεγγοβολάει από χιλιάδες περιστέρια
φεγγοβολάει από τα μάτια των ηρώων μας
φεγγοβολάει απ’ τη θυσία, απ’ την ελπίδα και το μέλλον.
Χρειάζονται χιλιάδες στόματα μαζί για να τον πούνε αυτόν τον άνεμο.


"Το χαμένο χάδι"-Αλφονσίνα ΣτόρνιAlfonsina Storni

Γλιστράει μέσα απ' τα δάκτυλα το αναίτιο χάδι,
μου φεύγει από τα χέρια. Στον άνεμο όταν κυλάει,
το χάδι του πλανιέται δίχως σκοπό ούτε μέλλον,

το χαμένο χάδι ποιος θα το βρει να το πάρει;


Θα μπορούσα ν' αγαπήσω απόψε με μια άπειρη λύπη
θα μπορούσα ν' αγαπήσω τον πρώτο τυχόντα.
Κανένας δεν έρχεται. Μοναξιά στ' ανθισμένα δρομάκια.
Το χαμένο χάδι θα κυλάει... θα κυλάει...

Αν απόψε στον άνεμο σε καλούν ταξιδιώτη,
αν ριγήσει τα κλώνια ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα χέρι μικρό
που σε κρατάει και σε αφήνει, σε βρίσκει και φεύγει.

Αν δε βλέπεις το στόμα που φιλάει, ούτε εκείνο το χέρι,
αν το κάλεσμα δεν είναι παρά μια αυταπάτη
του αγέρα, ω, ταξιδιώτη που έχεις μάτια γαλάζια,
διαλυμένη στον άνεμο, θα με αναγνωρίσεις;

μτφ:
 Ρήγας Καππάτος




Γιώργος Σαραντάρης, Ο άνεμος μας φορτώνει (απόσπασμα)

Ο άνεμος μάς φορτώνει με παλαιά αμαρτήματα

Και μας διώχνει εδώ κι εκεί στο βρόντο
Δεν μπορώ να πονέσω πια
Να πονέσω μαζί σου
Για να σηκώσω τη φρίκη
Όπου δεν ξέρω αν φταίω
Ποια μητριά μάς καμαρώνει;  


Ὁ ἄνεμος καὶ ἡ ἄνοιξη-Γιώργος Σαραντάρης

Ὁ ἄνεμος ρέει μέσα στὴν καρδιά μας
Σὰν οὐρανὸς ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο
Δέντρα προσπαθοῦν νὰ τοῦ δέσουν τὰ χέρια
Ἀλλὰ μάταια κοπιάζουν


Ὁ ἄνεμος ἀναπνέει μέσα στὴν καρδιά μας
Σὰν στρατὸς ποὺ ὁρμάει στὸν ἀγῶνα
Τὸν καλωσορίζει ἡ ἄνοιξη στὴν κοιλάδα
Τὸν χαιρετᾶνε τ᾿ ἀρώματα τῆς γῆς


Ἡ ἄνοιξη εἶναι μία παρθένα ποὺ δὲν τὴν ξέραμε
Καὶ ὅλους μᾶς φίλησε μὲ θάρρος προτοῦ τὸ ζητήσουμε
Τώρα ἀγκαλιάζει τὸν ἄνεμο καὶ κάνει σὰν τρελὴ
Κι ἀναγκάζει κι ἐμᾶς νὰ τὸν ἀγαπήσουμε

ROBERT FROST
Τώρα κλείσ' τα παράθυρα
Τώρα κλείσ' τα παράθυρα και κάνε τα λιβάδεια να σιωπήσουν:

Αν είναι ανάγκη για τα δέντρα, άσ' τα να πηγαινόρχονται-
Πουλί τώρα πια δεν κελαηδεί κι αν κελαηδεί
Ας πούμε πως έχασα.
Θα περάσει καιρός πριν φανούν και πάλι οι βάλτοι
Θα περάσει καιρός πριν απ' το πρώτο πουλί:
Κλείσε λοιπόν τα παράθυρα να μην ακούς τον άνεμο,
Μόνο κοίτα τα πάντα ν' ανεμοδέρνονται.



ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ
Τραγωδία

Κανείς δε σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δε σκέφτηκε τον άνεμο που θα 'ρχόνταν σε λίγο
κανείς δε σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα 'διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.

Θέλω να σ' αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ' αγαπήσω όσο δε μ' αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν' αλλάξω γειτονιά ν' αλλάξω στέκια.

Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μού έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα...

Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω πού θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες στο τελευταίο σκοτάδι...
 Και θα 'χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;


 -Τάσος Λειβαδίτης, «Νυχτερινός άνεμος»
«Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν τον
κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπά-
ριο
παιδικές ικασίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά…»

Τάσος Λειβαδίτης(
(απόσπασμα του έργου του)

''Παγωνιά

''Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου-

φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας

ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη

παρασέρνει τ' αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά

λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει''


''Ο άνεμος σκίζει τα σύννεφα
και πάνω σ' αυτά τα κουρελιασμένα πλήθη
πέφτει ξαφνικά ένας καταράχτης φως
είμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμί
εμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε
είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα
κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο
ειρήνη
ειρήνη
είμαστε οι προλετάριοι''

Στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη από τη Συλλογή
«Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»·


… Όχι λοιπόν, δε θα σε πάρει από τα χέρια μου ο άνεμος

μήτε η νύχτα

κανείς δε θα σε πάρει. Ακούς; Ακούς;

 ΑΠΟΓΕΥΜΑ-Κική Δημουλά

Ἕνα κομμάτι ἄνεμος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο

κάθισε κι ἔπαιξε

στὰ σύρματα τοῦ ἠλεκτρικοῦ

μία μελωδία σιγανὴ

ἀφιερωμένη στὴ διάθεσή μου.

Αὐτὴ γιὰ μία στιγμὴ μονάχα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε

ὕστερα ἀμετάπειστη καὶ ἀδιάφορη

 ξαναβυθίστηκε ἐντός μου.

ΑΝ-Τάκης Σινόπουλος
Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
 Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

-Αργύρης Χιόνης, «Ο άνεμος»
«Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
που μπαίνει στ’ ανοιχτό πουκάμισό σου
και τρίβεται ερωτικά στο στήθος σου
Εκεί που δεν το περιμένεις βγάζει δόντια
εκεί που δεν το περιμένεις χώνεται στις σάρκες σου
και σε αδειάζει από τα μέσα
και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει
ούτε καν μεδούλι στα οστά σου
που δεν σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής
που γίνεσαι κοχύλι άδειο ηχείο
κουκούλι του κενού

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που πλέκει
τα δάχτυλά του μες στα δάχτυλά σου
και με υποσχέσεις για ταξίδια και φτερά σε νανουρίζει
ο θάνατος είναι η μόνη χώρα που γνωρίζει
Στήλωσε στέρεα τα πόδια σου στη γη
και τίναξέ τον από πάνω σου τον άνεμο.»

Μενέλαος  Λουντέμης -Ερωτικό κάλεσμα(απόσπασμα)
''Έλα κοντά μου.
Δεν είμαι ούτε ο άνεμος.

Τους ανέμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι ο άνεμος.''
-Βύρων Λεοντάρης, «Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με»
«Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με
πάρε μου τα πουλιά,
πάρε μου τ’ άνθη και τα φύλλα
τίναξε από τις ρίζες μου το χώμα της καρδιάς του, στέγνωσέ με
κάνε με αστραπή να δέρνομαι στα ουράνια.

Μπροστά στο μέγα ρίγος, ποιο το φως,
ποια η φτωχούλα αυτή δροσιά ζωής που μας πλανεύει
στους σκοτεινούς βυθούς της ύπαρξής μας,
ρόδο βαρύ στριφογυρνώντας κατεβαίνει
μαδώντας μέσα στα νερά τα ματωμένα πέταλά του- έτσι
γδυτός απ’ όλους τους παραδείσους
όποιος μπορεί να βαστήξει την ανάσα του για πάντα
να ξεχειλίσει μ’ ένα μόνο του σφυγμό άξαφνα τον κόσμο, αυ-
τός μονάχα
ας μπει στην απεραντοσύνη του έρωτα και του θανάτου.

Κρατώ κρύα μάνταλα της πόρτας και χτυπάω το μέτωπο
μου στο κατώφλι που ποτέ, ποτέ, ποτέδε θα ξαναδια-
βούν τ’ αγαπημένα πόδια,
σβήνω τους κήπους σαν φωτιές επάνω στο κορμί μου
χιονίζω λόγια απόκοσμα τις νύχτες.

Να ‘ταν να σ’έδινε ξανά πίσω σε μας η μοίρα σου
να ‘ρχόσουν συναπάντημα άξαφνο στους ιδρωμένους δρόμους
κι ω, να γινόσουν πάλι σάρκα
ανάσα γύρω απ’ τη γυμνή μου απελπισία
αίμα ανθισμένο στο αίμα μου
χαλάρωμα χεριών στα μεθυσμένα μου μαλλιά
ω, να γινόσουν πάλι σάρκα…
-ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με.»
 (Βύρων Λεοντάρης, «Ανασύνδεση», 1962).
Σαπφώ:
''Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.''

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη
Β'
Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 

Ε'
   Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Τὸ φύλλο τῆς λεύκας-Γιώργος Σεφέρης

Ἔτρεμε τόσο ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος
ἔτρεμε τόσο πῶς νὰ μήν τὸ πάρει ὁ ἄνεμος

πέρα μακρυά
μιὰ θάλασσα
πέρα μακρυά
ἕνα νησί στὸν ἥλιο
καὶ τὰ χέρια σφίγγοντας τὰ κουπιά
πεθαίνοντας τὴν ὥρα ποὺ φάνηκε τὸ λιμάνι
καὶ τὰ μάτια κλειστά
σὲ θαλασσινές ἀνεμῶνες…

Ἔτρεμε τόσο πολύ
τὸ ζήτησα τόσο πολύ
στὴ στέρνα μὲ τοὺς εὐκαλύπτους
τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ φθινόπωρο
σ' ὅλα τὰ δάση γυμνά
θεέ μου τὸ ζήτησα!

PABLO NERUDA,Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ
Ο άνεμος είναι άλογο:
γι’ άκου τον πώς τρέχει
στον ουρανό, στη θάλασσα.

Να με σηκώσει θέλει: γι’ άκου
πώς τριγυρνάει στον κόσμο
να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

Στα δυό σου μπράτσα κρύψε με
μόνο γι’ αυτή τη νύχτα,
όσο η βροχή θα σπάει
στη θάλασσα, στα χώματα
τα στόματά της τ’ αναρίθμητα.

Και άκου, άκουσε τον άνεμο
πώς με φωνάζει, ενώ καλπάζει
να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

Μέτωπο εμείς με μέτωπο,
στόμα εμείς με στόμα οι δυό μας,
με τα χωριστά κορμιά μας ένα εμείς
και με τον έρωτα που μας πυρώνει –
άσε τον να διαβαίνει ο άνεμος,
μα δίχως να μπορεί να με σηκώσει.

Άσε τον άνεμο να τρέχει, άσε τον
στεφανωμένον με όλους τους αφρούς,
να με φωνάζει, άσε τον να με γυρεύει,
ενώ καλπάζει μέσ’ από τους ίσκιους,
όσο εγώ, αναδυόμενος, ανατέλλοντας
κάτω από τα μεγάλα σου τα μάτια
γι’ αυτή τη νύχτα μόνο είμαι εδώ
ν’ αναπαυθώ, να βασιλεύω, αγάπη μου.
PABLO NERUDA, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
-FERNANDO PESSOA, «Ο άνεμος εκεί ψηλά»
“Ο άνεμος εκεί ψηλά,στα αιθέρια,
την μοναξιά μου έρχεται κι αυξάνει,
παράπονα δεν κάνω σε κανέναν,
παράπονα αυτός πρέπει να κάνει. 

Ήχος αφηρημένος, απροσμέτρητος,
από του φευγαλέο του κόσμου τέλος,
το νόημά του γίνεται βαθύ,
κι εντός του μου μιλά όλο το ανύπαρκτο:
πως η αρετή δεν είναι μια ασπίδα
και πως καλύτερη αρετή είναι η σιωπή.”
να προβάλλει η γέφυρα
  γαντζωμένη
απ' τα γένια του ανέμου
και  ο 
Ευβοϊκός
απ' του Ευρίπου τον πορθμό
ως το ακρωτήρι,
υγρό χάδι που φυλάει 
τα εφήμερα χρόνια μου.
Τα Κύθηρα -Κώστας Βασιλάκος
Αποχαιρετώ την Παναγία
των Μυρτιδίων
που στη σκέπη της
κύματα και άνεμοι
σέρνονται γονατιστοί.

Συλλογή " Λόγια δραπέτες "

Κώστας Βασιλάκος / Άνεμος Εκδοτική
Το βαπόρι- —Γιάννης Σκαρίμπας
Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.
Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.
Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
 έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.
 
 Νοτιά το στήθος μου απόψε θερμαίνει

άναψε η φλέβα μου δρόμο ζητώ
λεπίδι η θύμηση στις νύχτας το χάδι
ψάχνω τα χέρια σου που να σε βρω;


Οι σκέψεις  γίνανε δίχτυα του τρόμου
το θέλω μέσα μου τ' ατσάλι τρυπά
έγινες δρόμος μου ροή του κόσμου
   στο άδειο πέλαγος τρέμει η καρδιά


 
Νησί τα χέρια σου κι αν τα κρατήσω
πικρά τα κύματα πως να διαβώ
φωτιά τα χείλη σου κι αν τα φιλήσω
βροχή στα μάτια μου και θα πνιγώ


Ανεμε δρόμε μου θα σε ζητήσω
βαθιά στη νύχτα μου μοίρα σκληρή
τρέμει η φωνή μου πως να μιλήσω
το στήθος χτίστηκε για ν' απορεί.

Η τελευταία αποστροφή του στίχου ''
το στήθος χτίστηκε για ν' απορεί'', είναι ''δάνειο'' απο ποίημα του Δημήτρη Χριστοδούλου.