Translate

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Χόρχε Μπουκάι «Ιστορίες να Σκεφτείς»

Από το βιβλίο «Ιστορίες να Σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι

Η ΘΛΙΨΗ Κ Η ΟΡΓΗ-ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ
Σ΄ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν ...Σ΄ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά ...

΄Ηταν μια φορά κι έναν καιρό μια πανέμορφη λίμνη
΄Ηταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς...Σε εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Κι οι δυο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε από το νερό ...
Αλλά η οργή είναι τυφλή -- ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. ΄Ετσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας από το νερό, το πρώτο ρούχο που βρήκε...
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης...
Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.
Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και -- χωρίς καμιά βιασύνη -- ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην αρχή συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
΄Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. ΄
Ετσι φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.
Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή, θυμωμένη.
Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ   Ο Δρόμος των Δακρύων   Φύλλα Πορείας ΙΙΙ)
Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία
 για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν
βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία
 για να φάνε αχιβάδες, γι΄ αυτό πάντα ρίχνει
 τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.

Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει
 μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο.
Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα,
 μπαίνει στη θάλασσα.

Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία,
όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται
το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ
σκληρό στον πάτο της θάλασσας.
Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι
κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες
σε μια σακούλα.

Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει,

- Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία
και αμέσως διορθώνει, στη δική μου παραλία.
 Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά
 που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες...

Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει
τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό.
Την αφήνει στην ακροθαλασσιά, και ξαναμπαίνει
με τα δίχτυα στο νερό.

 Είναι θεοσκότεινα. Ίσως γι΄ αυτό, όπως βγαίνει
πάλι από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.

Ο ψαράς σκέφτεται,

- Δεν είμαι στα καλά μου.
Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα
και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες
σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.
 Ο ψαράς ξανασκέφτεται

- Μα ποιός είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες
και τις πετάει στο νερό;

Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του
 και την πετάει στη θάλασσα. Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ!

Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει
άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό.
Ακούει ξανά το πλουπ!

Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ!
Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο-δύο
και ακούει πλουπ-πλουπ! Ύστερα προσπαθεί
να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη,
 και με όλη του τη δύναμη, πλουπ-πλαφ!....

Διασκεδάζει, ακούει τους διαφορετικούς ήχους,
πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν
 να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει, πότε με δύο,
πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα,
 και με τρεις μαζί και συνεχίζει να πετάει
τις πέτρες στη θάλασσα.
Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος. Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα
στη σακούλα.
 Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά
από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι έχει ήδη βγει
ο ήλιος. Και όπως τεντώνει το χέρι του προς
τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη,
αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.
Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει
την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά.
Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά
που την καλύπτει.
Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω
στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει
ακόμη πιο πολύ.
Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται
ότι είναι από μέταλλο. Αρχίζει τότε
να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο
και με το πουκάμισό του, και συνειδητοποιεί
πως η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι.

Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι
σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει,
 όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι
σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε
στη θάλασσα και σκέφτεται,

- Τι χαζός που ήμουνα!

Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες
από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα
γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο
που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό.

Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει
και να θρηνεί, να λυπάται για τις χαμένες
 πέτρες και να σκέφτεται πως είναι άτυχος,
ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, είναι τρελός,
είναι ηλίθιος...

Μετά σκέφτεται, αν έμπαινε στη θάλασσα,
αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη
και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα,
αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες
για να ψάξει κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται.

Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.

Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει
 ακόμη την πέτρα, συνειδητοποιεί
πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει
 ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε
 να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα,
 και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για
 τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.

Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει ένα θησαυρό,
 κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από
μόνος του μια τεράστια περιουσία
για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.

Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι
που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό
 που έχει ακόμα στα χέρια του.

Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε
πάντοτε τόσο σοφοί ώστε να μην κλαίμε
για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που
απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε,
τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα
που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά...

Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε
τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε
στα χέρια μας, και να μπορούμε
να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Διαβάστε απόσπασμα εδώ


Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Τα χρυσά άνθη του Φθινοπώρου(Χρυσάνθεμα)

Ένα από τα πιο δημοφιλή ανθοκομικά φυτά του φθινοπώρου είναι το χρυσάνθεμο
Το συναντάμε και με το όνομα Αγιοδημητριάτικο αλλά και Οκτωβρίνι μιας και βρίσκεται σε πλήρη άνθηση τις ημέρες της γιορτής του Αγ.Δημητρίου τον μήνα Οκτώβριο.

Την ονομασία του την πήρε γύρω στο 1753 από τον γνωστό βοτανολόγο Λιναίο, ο οποίος την εμπνεύστηκε από τις ελληνικές λέξεις χρυσός (το αρχικό χρώμα των λουλουδιών) και άνθος που σημαίνει λουλούδι. 
Στην Ελλάδα είναι γνωστό και ως Παρθενούλι ή Παρθένιο, ονομασία την οποία συναντάμε σε αναφορές του Διοσκουρίδη.
Ακόμη, ανάλογα με το χρώμα τους, μαρτυρούν και κάτι ξεχωριστό.

 
 το λευκό στην ειλικρίνεια και την πιστή αγάπη, 
ενώ το κίτρινο στην άσπονδη φιλία.

Τα χρυσάνθεμα συναντώνται σε πολλές παραλλαγές χρωμάτων και σχεδίων.

 Εκτός από το γνωστό κίτρινο, είναι πολύ δημοφιλή τα λευκά, τα μωβ και τα κόκκινα.

Υπάρχει ένα πλήθος από ερμηνείες και συμβολισμούς που συνοδεύουν τα συγκεκριμένα λουλούδια

 
Το χρυσάνθεμο έφτασε στην Ιαπωνία από βουδιστές μοναχούς το 400 μ.Χ. 
Οι Ιάπωνες αυτοκράτορες αγάπησαν τόσο πολύ το λουλούδι αυτό, ώστε διαμόρφωσαν τους θρόνους τους σύμφωνα με το σχήμα του!

Μέχρι και σήμερα, αρκετές ιαπωνικές πόλεις κρατούν αυτήν την παράδοση, διοργανώνοντας ετήσιες εκθέσεις με χρυσάνθεμα.
Υπάρχει ένα πλήθος από ερμηνείες και συμβολισμούς που συνοδεύουν τα συγκεκριμένα λουλούδια 
Η πίστη, η αισιοδοξία, η χαρά και η μακροζωία αποτελούν μόνο μερικές από τις έννοιες που αντιπροσωπεύουν. 

Κάθε χρυσάνθεμο είναι ένα σύνολο από πολλά άνθη, το οποίο περιλαμβάνει ορισμένα κεντρικά και πιο κοντά, που περιτρυγιρίζονται από τα εξωτερικά και υψηλότερα.

Θεωρούνται τροπικά λουλούδια και η προέλευσή τους εντοπίζεται στην περιοχή της Ευρασίας. Ανήκουν στην ευρύτερη οικογένεια των Asteraceae (Compositae), μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες φυτών με περισσότερα από 20.000 είδη


Τα Χρυσάνθεμα στην ποίηση

Χρυσάνθεμα-

Τάσος Κόρφης
Αυτός ο χειμώνας ήρθε χωρίς φθινόπωρο,
Χωρίς χρυσάνθεμα.
Ωραία, πολύχρωμα λουλούδια, υγρές φωτιές,
Στερνές αναλαμπές,
Από το ακόρεστο καλοκαίρι
Που χάθηκε.

Τα ωραία χρυσάνθεμα.(Τάσος Λειβαδίτης)
Απόσπασμα ''Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου)

Εκείνη τη νύχτα ήμουν κρυμμένος πίσω από την ντουλάπα,
αλλά γιατί να προβαίνω σε αποκαλύψεις, οι καιροί ήταν δύσκολοι:

   επαναστάσεις, διαψεύσεις
κι άλλοτε συμβαίνουν γεγονότα που θυμάσαι ότι τα ξαναέζησες - σε
   ποιό όνειρο τάχα ή σε ποιάν άλλη ζωή,
μικρές κάμαρες που περπάτησα πάνω κάτω όλη την απεραντοσύνη
άδειοι μοναχικοί δρόμοι όπου έζησα τις πιο ωραίες μου περιπέτειες

κι όταν κάποτε έρθει η ώρα ν’ απολογηθώ, θα ‘χω μάρτυρες όλους
τους περαστικούς που στάθηκα αμήχανος μπροστά τους
μην έχοντας τι να πω. 
 Λοιπόν, τι απέγιναν τα ωραία χρυσάνθεμα;
Πού πήγαν οι παλιές μέρες;
Ένα ματσάκι ωχρότητα-Κική Δημουλά


Με συνοδεύει φιλικά ένας μοναχικός περίπατος.
Για καλή μου τύχη
πηγαίναμε κι οι δυο μας προς τα εκεί.
Παλαιά σχέση ψυχραμένη.
Αστείες παρεξηγήσεις περί Άλλων
πού διαλύονται.
Κουτσομπολιά των ονείρων οι άλλοι.
Στεκόμαστε στις βιτρίνες μου.
Είναι αλλαγή της εποχής μου.
Θα φορεθώ πολύ. Κανένα σχέδιο. Ίσια γραμμή.
Λαιμόκοψη. Κεφάλι να σκεπάζει το γόνατο.
Χέρια ντραπαρισμένα στο στήθος χαλαρά.
Ανεξίτηλα χρώματα εισαγωγής από μέσα.
Ψηλά είναι κατακόκκινο το βράδυ.
Αιματοχυσία εμφυλίου στερεώματος.
Τα κίτρινα χρυσάνθεμα υπαίθριου ανθοπώλη
σε διπλή τιμή με πικραίνουν
— ένα ματσάκι ωχρότητά σου.
Είμαι στα ίχνη μιας βροχής
Περίεργης. Σαν να έβρεχε, άλλοτε.
Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα
σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.
Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού
η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου
και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά
γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.
Απόρρητα βρέχει.
Σα να 'ναι εμπιστευτικό το φανερό.
Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας
δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας —
πάντα τελευταίες το μαθαίνουν από τις συνέπειες
που το γνωρίζουν εξ αρχής.
Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.
Σα να 'ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.
Πάντα τελευταία το μαθαίνει — απ' τη νεότητα των άλλων.
Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δεν ζούμε;
Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατος μας.
Το ξέρει μόνον η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.


 “μινόρε χρυσάνθεμα'- Σωκράτης Ξένος
“εδώ τα καλά νερά
κι εκεί
οι βωμοί οφθαλμοί που ανθρωποστάλαζαν'
χιτώνας φθινοπώρου εν πλω
από τις επιθέσεις του καιρού δε γλίτωσα
και τα γαλάζια μου υψώματα
κι η άμμος αντιστάσεις μου
ακτές μου πίσω
κι όταν περνάει το καράβι σου
ανοιχτά από το γέλιο των τρελών
φωνάζοντας τσάκισμα
ναυαγός αλιεύομαι

τμήμα διάτασης το τιρκουάζ σκουλαρίκι σου μάγισσα
όλος προς πάθος ανάγκης εξαρτώμενος
δίχως το θέλω λυγούν τα γόνατα των φράσεων
και με ρίχνουν κάτω
φορτίο στην πιο ακμή του
κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω
εσένα που μαδώντας διάθεση
υλοποιείσαι αγέρας εποχής
από παντού καταφτάνεις
πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα


 Dennis Miller Bunker (American Impressionist Painter, 1861-1890) Chrysanthemums 1888

ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ
Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι 
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες 
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι. 
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα 
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι 
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.
Κώστας Καρυωτάκης 
Woman with Chrysanthemums by Delphin Enjolras

Χάρης Βλαβιανός

Από την ποιητική συλλογή ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ(απόσπασμα)
 Κάποιος ανάβει το φως.
Κάποιος φοβάται το σκοτάδι,
τον αναστεναγμό των φθινοπωρινών φύλλων—
τα κατοπτρικά παιχνίδια της μνήμης.
Ό,τι χάνεται
διασώζεται μέσα μας
ως αυτό που χάνεται.
Τα χρυσάνθεμα που κρατάς στα χέρια
δεν είναι τα χρυσάνθεμα που στα χέρια κρατάς.
Είναι σκόνη.
Λέξεις που προσπαθούν να ερμηνεύσουν το νόημα
αυτής της προσχεδιασμένης χειρονομίας.
Αναγκαίας αλλά μάταιης.

The Last Chrysanthemu by Thomas Hardy

To show its tremulous plumes?
Now is the time of plaintive robin-song,
When flowers are in their tombs.

Through the slow summer, when the sun
Called to each frond and whorl
That all he could for flowers was being done,
Why did it not uncurl?

It must have felt that fervid call
Although it took no heed,
Waking but now, when leaves like corpses fall,
And saps all retrocede.

Too late its beauty, lonely thing,
The season's shine is spent,
Nothing remains for it but shivering
In tempests turbulent.

Had it a reason for delay,
Dreaming in witlessness
That for a bloom so delicately gay
Winter would stay its stress?

- I talk as if the thing were born
With sense to work its mind;
Yet it is but one mask of many worn
By the Great Face behind.  

Girl with Chrysanthemum in Hair-

Abraham (Abbey/Aby) Altson 

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ-Γιάννης Ρίτσος
Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες/ διαδοχικές αναιρέσεις , σφαλερές διαισθήσεις./ Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.

 Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο/ πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. / Η νύχτα/ διαστέλλονταν πάνω απ΄την πόλη./ Κι εσύ/ απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,/ έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.

"Valencian Girl With Chrysanthemums": José Mongrell Torrent (1870-1937, Spain)

Οδυσσέας Ελύτης-απόσπασμα

XX
Κατασταλαγμένη μουσική
Στους βυθούς των μενεξέδων
Χώμα νοτισμένο από
Αρχαία ρέμβη εφτάχρωμη
Μόλις ακούγεται μακριά
Το καρδιοχτύπι
Κι οι αθώοι του καημοί
Πίδακες χρυσανθέμων.

Χρυσάνθεμα-Μαρία Πολυδούρη 

Ὠχρὴ πορφύρα! Καὶ τὸ δάκρι μαγικὸ
πετράδι ἔχει γενῆ στὴ φορεσιά σας.
Τί κι᾿ ἂν φορᾶτε διάδημα βασιλικὸ
στὴ μαύρη χειμωνιὰ τὴν ὀμορφιά σας.

Τοῦ ξανθοῦ Ἡλίου τὸ φιλὶ διαβατικὸ
κι ἂν παίξη στὰ χρυσόξανθα μαλλιά σας,
δὲ θἆναι ἐλπίδα, οὔτε ὄνειρο θἆναι γλυκό,
μόνο πιὸ κρύα θὰ νοιῶστε τὴ χιονιά σας.

Ὠχρὴ πορφύρα! Καὶ ὁ βορηᾶς ποὺ τὸ «ὠσαννὰ»
σᾶς τραγουδάει μ᾿ ὅλα τὰ λουλούδια,
τὰ φύλλα σας μαδάει πρὶν μαραθοῦν.


Κι ὅσα πετράδια ἡ πάχνη ἀφήνει ταπεινά,
δοξαστικὰ ὅσα ἡ θύελλα τραγούδια,
στὴν ἄχαρη καρδιά σας δάκρια ἀνθοῦν... 

Η Πόρτα της Πηνελόπης, 2003-Μάνος ΕλευθερίουΟχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων –
γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής.
Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων
τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.

Οχτώ Νοέμβρη πια ποτέ δε θα ξανάρθει
σαν θεατρίνα που έχει σβήσει αλκοολική
κι ένα παιδί που μεγαλώνει μες στη στάχτη
θα διδαχτεί απ’ τους θεούς τη μαντική.

Μες στα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι
κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς.
Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι
σ’ ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.

Πρέπει να μάθεις να διαβάζεις το σκοτάδι
σαν ένα σώμα, στην αρχή συλλαβιστά.
Να κατακτήσεις και το μπλέ που είναι στον Άδη.
Να ιδρώνουν θάνατο οι χορδές και τα πνευστά.

Σ’ ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι
πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ’ αρνηθεί.
Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι
γιατί το μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.

Παλιά φεγγάρια της αγάπης τα μπακίρια.
Πλεχτές κουβέρτες με τοπάζι και χρυσό.
Μυρίζουν κίτρινο και δάφνη τα σανίδια
και πίνω αρώματα και οινόπνευμα να ζω.

Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος –
διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές.
Ένα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος
να το φορέσουν των ανέμων εραστές.

Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει
σ’ ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό.
Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη
μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό.

Ποιμένες άγγελοι στα μωβ των αθανάτων
πενθούν και ψάλλουν τη μεσίστια ζωή.
Κι εγώ στο έλεος πενθώ των αοράτων
και των προβάτων που πηγαίνουν για σφαγή.

Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις.
Η νομιμότητά σου εξωπραγματική.
Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις
κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.

Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων.
Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών.
Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον.
Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.

Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων
πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά
έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων

τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά.

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Μουσική: Γιάννης Σπανός.
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού, δίσκος «ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ», 1970.

Καινούριο φθινόπωρο κι ακόμα να βγεις
σαν άσπρο χρυσάνθεμο στη φλούδα της γης
να βγεις να μου πεις αν καρτερείς να ξαναρθώ
στα χέρια σου αγάπη μου για να ζεσταθώ.