Translate

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Τα Φθινόπωρα των Ποιητών


Μαρία Πολυδούρη

Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα

στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ


στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα


χέρια της μία κιθάρα θλιβερή


Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα

μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ


κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα


ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,


Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.

Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ


στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη


Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε

σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ


τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε.



http://www.sciencenets.com/data/attachment/album/201506/16/045535q5pcimpcli3ejlkd.jpg

Αποτέλεσμα εικόνας για Πάρκο
Ἦρθε μία θύμησι...Νίκος Καββαδίας 


(Ανένταχτα)

Ἦρθε μία θύμησι παληὰ πολὺ καὶ χτύπησε

τὴν πόρτα τῆς θλιμμένης τῆς ψυχῆς μου ...

Ἦταν ἕνα θλιμμένο δειλινό.

Ξερὰ τὰ φύλλα χάμω πέφτανε.


Οἱ γερανοὶ στὸ νότο πέταγαν.

Μέσ᾿ στὴ γαλήνη τὰ καράβια ἀρμενίζαν

καὶ σὺ φτωχὴ ψυχὴ κάτι περίμενες ...

Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου ταξίδευε.

Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου βυθίστηκε.

Καὶ κεῖνο ποὺ περίμενες τὸ πήρανε

οἱ γερανοὶ στὸ μακρινὸ ταξίδι τους.

Μὲ τὰ ξερόφυλλα τὸ πῆρε ὁ ἀγέρας τοῦ φθινοπώρου

τὸ κλέψαν τὰ καράβια τὰ λευκόπανα.

Φτωχὴ ψυχὴ ... Προσμένοντας ἀπόμεινες.

 Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας

στὶς 20 Μαΐου 1928, ἀρ. φύλλου 131, σελίδα 2.


ΠΗΓΗ

[Τί να σου πω, φθινόπωρο…]

 

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα

της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;

Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,

φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.




Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις

στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,

αστέρια με τιο πρόσωπο, με της χρυσής σου χλαίνης

το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,

ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,

χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,

γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...




Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,

τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.

Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα οι οπώρες,

ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Φθινόπωρο (Μίλτος Σαχτούρης)

 
Τι γυρεύει το κορίτσι

Στο σκοτάδι της καρέκλας;


Γρήγορα


Καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο


Γδύνεται


Με σύννεφα μπροστά στα μάτια


Με τη βροχή μέσ’ στο κεφάλι


Με τη βελόνα στην καρδιά


Βγάζει τις κάλτσες


Βγάζει τα λουλούδια


Πετάει το φωτοστέφανο


Έξω τα φύλλα του καιρού


Βάφονται μέσα στο αίμα.

Τὸ φύλλο τῆς λεύκας-Γ.Σεφέρης


Ἔτρεμε τόσο ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος

ἔτρεμε τόσο πῶς νὰ μὴν τὸ πάρει ὁ ἄνεμος

πέρα μακριὰ

μιὰ θάλασσα

πέρα μακριὰ

ἕνα νησὶ στὸν ἥλιο

καὶ τὰ χέρια σφίγγοντας τὰ κουπιὰ

πεθαίνοντας τὴν ὥρα ποὺ φάνηκε τὸ λιμάνι


καὶ τὰ μάτια κλειστὰ


σὰ θαλασσινὲς ἀνεμῶνες.


Ἔτρεμε τόσο πολὺ


τὸ ζήτησα τόσο πολὺ


στὴ στέρνα μὲ τοὺς εὐκαλύπτους


τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ
φθινόπωρο


σ᾿ ὅλα τὰ δάση γυμνὰ


θεέ μου τὸ ζήτησα.
Το «“Les Feuilles mortes»” («Τα πεθαμένα φύλλα«) γράφτηκε το 1945. 

Τους στίχους έγραψε ο ποιητής, και σεναριογράφος, Jacques 

Prévert και τη μουσική ο Joseph Kosma. Ο Yves Montand

μαζί με την Irène Joachim, ερμηνεύουν το “Les feuilles 

mortes“ το 1946 στην ταινία «Les Portes de la Nuit». 

 Aπό τη διασκευή αυτού του τραγουδιού προέκυψε το 

δημοφιλές «Autumn Leaves».


Jacques Prévert, «Τα πεθαμένα φύλλα», (μετφρ.: Κώστας Ριτσώνης)

Ω! θα’θελα τόσο πολύ να τις θυμάσαι


Τις μέρες τις ευτυχισμένες που ’μασταν μαζί


Κείνη την εποχή τι όμορφα που ήταν


Κι ο ήλιος από σήμερα ήτανε πιο καυτός


Τα πεθαμένα φύλλα τα μάζευε το φτυάρι


Βλέπεις εγώ δεν το’χω ξεχασμένο


Oι αναμνήσεις παρέα με τις λύπες


Για να τις πάρει μακριά ο βορινός αέρας


Μέσα στην κρύα νύχτα και τη λησμονιά


Βλέπεις εγώ δεν το’χω ξεχασμένο


Το τραγούδι που μου τραγουδούσες




Ένα τραγούδι είναι που μας μοιάζει

Με αγαπούσες και σε αγαπούσα


Και ζούσαμε κι οι δυο μαζί


Μα όσους αγαπιούνται η ζωή τους χωρίζει


Αθόρυβα με τόση ηρεμία


Και η θάλασσα σβήνει πάνω στην αμμουδιά


Των ερωτευμένων τα βήματα που χάνονται



Ένα τραγούδι είναι που μας μοιάζει

Με αγαπούσες και σε αγαπούσα


Και ζούσαμε κι οι δυο μαζί


Με αγαπούσες και σε αγαπούσα


Αθόρυβα με τόση ηρεμία


Και η θάλασσα σβήνει πάνω στη αμμουδιά


Των ερωτευμένων τα βήματα που χάνονται.




Πόθος=Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,

μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες

τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,

ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...

Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,

κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:

ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,

ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,

θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,

καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,

τὸ περασμένο καλοκαίρι...
  «Φθινόπωρο».




Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου

να γείρει η χαμένη ζωή μου.

Τάσος Λειβαδίτης ''τα χειρόγραφα του φθινοπώρου''

Πλήρη αναφορά /εδώ http://pyroessa-artemusica.blogspot.gr/2014/09/blog-post.html

[Paul VerlaineΚρόνια ποιήματα, 1866]


 
Φθινοπωρινό Τραγούδι 

Οι μακρόσυρτοι λυγμοί 
Των φθινοπωρινών 
Βιολιών 
Πληγώνουν την καρδιά μου 
Με μια μονότονη 
Ατονία. 

Με ασφυξία 
και χλομιασμένος, όταν 
Χτυπάει η ώρα, 
Θυμάμαι 
Τις παλιές μέρες 
Και κλαίω, 

Και φεύγω 
Στον κακό τον άνεμο 
Που με παρασύρει 
Εδώ κι εκεί, 
Ίδιο με 
Ξερόφυλλο. 









Ράινερ Μαρία Ρίλκε – Φθινόπωρο 


Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,

σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ’ ουρανού·

πέφτουν με μι’ άρνηση στο στόμα του κενού.
Και μες στη νύχτα πέφτει η Γη βαριά,

από τ’ αστέρια προς τη μοναξιά.
Όλοι μας πέφτουμε. Το χέρι αυτό που γράφει.

Δες, όλα γύρω χάνονται στα βάθη.

Είναι όμως Κάποιος που την πτώση αυτή

στα δυο του χέρια στοργικά τη συγκρατεί.


ΓΚΙΓΙΩΜ ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ- ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Ένα κλωνάρι από ρεικιά στο χέρι μου ριγεί



Να το θυμάσαι το φθινόπωρο το πεθαμένο



Δε θα ξαναϊδωθούμε πια ποτέ σ’ αυτή τη γη



Πικρή ευωδιά της εποχής κλωνάρι της ρεικιάς



Και να θυμάσαι πως εγώ σε περιμένω

http://1.bp.blogspot.com/-t4ct_2KsHc8/UEGocCnRtuI/AAAAAAAADF0/WhTeO1yPJZI/s320/-00011.jpg



Πως να παλέψει (Χ.Λάσκαρης)

Είναι μια θλίψη το Φθινόπωρο
καθλως αδειάζουν οι ακρογιαλιές

και το νησί ερημώνει΄

και μένει μόνη η ψυχή

με άγριο πέλαγο.


Πώς να παλέψει
με τις άδειες Κυριακές,

την ερημιά των βράχων

και της θάλασσας,

με τις κουρούνες που το δειλινό

στην αποβάθρα κρώζουν.
(ΧΡ.ΛΑΣΚΑΡΗΣ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-Γαβριηλίδης-)
 


Τάσος Λειβαδίτης ''τα χειρόγραφα του φθινοπώρου''http://pyroessa-artemusica.blogspot.gr/2014/09/blog-post.html

Φθινόπωρο (Μανώλης Ηλιάκης)


Στα φθινοπωρινά ξέφωτα


φθίνω στους κήπους με τις γαζίες


σιωπηλός ανοίγω τα χέρια μου στη βροχή


και βλέπω σκέψεις να ιριδίζουν


σ’ έναν χλωμό ήλιο.


Σκαρφίζομαι παραμύθια


και ανακαλύπτω μαγικά κουτιά


στα δωμάτια που στάζουν όνειρα.


Γλιστρώ ντυμένος στον απόηχο μιας αγκαλιάς


σε οινωπές ερημιές, ερειπωμένος.

Με χέρια αδειανά ακολουθώ


χάρτινες βάρκες στα ρυάκια της βροχής,


επιστρέφω στην απορία μιας σελήνης


στο ξύλινο σπίτι με τις ακακίες


και την αρμονία των αισθήσεων.


Γνωρίζω τον απώτατο έρωτα


και περισυλλέγω τα θραύσματα της σιωπής μου.



Όλα θα πάνε καλά·


όταν πέσει το τελευταίο καφεκίτρινο φύλλο


και το χώμα υγρανθεί αρκετά,


όταν τα χρυσάνθεμα γεμίσουν τα μαλλιά μου


τότε οι αισθήσεις θα ταριχευτούν σε λέξεις,


το φως θα βρει την υπερβατική του αξία


και το μακρινό ταξίδι στ΄ αμφίβολο φως


του δειλινού θ΄αρχίσει.



Κάτω από τα βλέφαρά μου


θα σβήσουν τ΄αστέρια ένα – ένα,


έτσι όπως έσβησε το χινόπωρο


σε μια βιολετιά διάθεση


σ΄ένα άγγιγμα βουρκωμένων ματιών.

George Elliot

Πόθος

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,


μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες

τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,

ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...

Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,

κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:

ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,

ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,

θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,

καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,

τὸ περασμένο καλοκαίρι...

Κική Δημουλά, «Αυτόγραφο


«Ένα κίτρινο φύλλο σου

φθινόπωρο,

σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε

και μ’ ακολούθησε επίμονα.


Το πήρα

και το κρατώ

σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,

σαν φιλικό αυτόγραφο,

ίσως σαν ένα ((ευχαριστώ))

που διόλου μέρος δεν έλαβα

στο καλοκαίρι τούτο…


Το πήρα

κι εξιχνιάζω

τις φετινές προθέσεις σου

απέναντι μου.»

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)
-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Εποχές»

(απόσπασμα)

«Τοπία βροχερά του φθινοπώρου, με απώλειαν των

 νηπενθών

ανθέων, με ακαριαίας πτώσεις φύλλων, και βαθμιαίαν

 σβέσιν

των φωνών του υψηλού καλοκαιριού, εις παραλίας και

αιγια-

λούς όπου το κύμα, ηπίως επελαύνον, εδρόσιζε τα

σώματα

με ιριδίζοντας αφρούς, πριν χαμηλώσει η εποχή πάσης

ευθα-

λασσίας, πριν πέσει εις την αφάνειαν ο ύψιστος του

θέρους μην…»

-Γιάννης Ρίτσος, «Η ραψωδία του γυμνού φωτός»

(απόσπασμα)

VI

«Κοιμήθηκε η βροχή στο λασπωμένο δρόμο

στο λίγο φως με τ’ άρρωστα κορίτσια

πίσω απ’ τα τζάμια του απογεύματος.

Βήμα βαθύ του φθινοπώρου στα προαύλια των

σχολείων

πάνω στις χορταριασμένες πλάκες. Βήμα της βραδιάς

με μια δέσμη σοβαρών αστερισμών έξω απ’ τις

κλειδωμένες πόρτες.

Οι κήποι φεύγουν στην ομίχλη φεύγουν με τους ανέμους

μπλέκονται τα κλαδιά των δέντρων με τα σύγνεφα

ένα πουλί χτυπάει το τζάμι του παραλιακού σπιτιού.

Κανείς δεν είναι να του ανοίξει.

Φύγαν όλοι

με τα καράβια δίχως φώτα. Πού έχουν πάει;

Και το καπέλο του καλοκαιριού κουρελιασμένο

ο σέρνει ο αγέρας στο ακρογιάλι, το χτυπάει στους

βράχους

και μένει μόνο η θάλασσα κάτω απ’ τις αστραπές

μέσα στην πολυθόρυβη ερημιά της…»

(Γιάννης Ρίτσος, «Δοκιμασία, Κέδρος)

Το πρώτο μου φθινόπωρο φανήκαν
 
Τα κλαράκια μου

 
Και κάθισα και μέτρησα κι εγώ

 
Τα φυλλαράκια μου

 
Στα χέρια τα κουβάλησα τα νιάτα μου

 
Τα υπάρχοντα

 
Και φαίνεται του γυάλισα του έρωτα

 
Του άρχοντα

Κι άλλο τραγούδι δε θα πω…




Art  by Daniel F. Gerhartz

Oδυσσέας Ελύτης- Σποράδες, Ελένη


Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια

 ο καιρός

Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές 

ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας

Κι είμαστε – σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη –

Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.



Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη

Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις

Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη

Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας

Μια που υπάρχει αλλού

Καταπράσινη πεδιάδα πέρ’ από το γέλιο σου ως τον ήλιο

Λέγοντας του εμπιστευτικά πώς θα ξανασυνατηθούμε πάλι

Όχι δεν είναι ο θάνατός που θ’ αντιμετωπίσουμε

Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής

Ένα θολό συναίσθημα

Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν

Κι απομακρύνονται



Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας

Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου

Το φως στον άσπιλο ουρανό

Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική

Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα

Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπωρινού ο χωρισμός

Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στη ανάμνηση

Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη

Που δε βλέπει τίποτε

Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα

Του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο

Γιατί έγινε κιόλας

Ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα

Και λόγια

Λόγια όχι σαν τα’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν:

Εσένα!

Χειμωνανθός

Στίχοι:   Ελένη Φωτάκη

Μουσική:    Γιώργος Καζαντζής

Ερμηνεία  : Γιάννης Χαρούλης


Φθινόπωρο στον έρωτα

απόψε ανατέλλει

αρισμαρί και μέλι

μύρισαν τα βουνά

κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός

το χώμα το βρεγμένο

σαν κάρβουνο αναμμένο

η ομορφιά πονά.


Φιλί γυρεύω του ουρανού

κι αυτός μου δίνει στάχτη

μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι

σαν θέλω να κοπείς

σαλεύουν τα πορτόφυλλα

κι η κλειδωνιά γυρίζει

αέρας μου σφυρίζει

αν έρθεις, μην αργείς.



Γδύσου κι από τα μάτια μου

πάρε νερό και πλύσου

ο χωρισμός θυμήσου

είναι χειμωνανθός

τη λύπη την κατοίκησα

σε νύχτα και σε μέρα

σ’ αφήνω στον αέρα

για να σε βρω στο φως.


Η αγάπη φόβους και όνειρα

δειπνά προτού ραγίσει

στου πόνου το ξωκλήσι

αγιάζει η ερημιά

κι εγώ μια θλίψη που ζητώ

για να με σημαδέψει

το φως πριν βασιλέψει

θα σ’ αρνηθώ ξανά.

video

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...