Translate

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Ο Υμνος της Αγάπης


Ο Ύμνος της Αγάπης, όπως είναι γνωστή στον χριστιανικό κόσμο το τμήμα του 13ου Κεφαλαίου της της Προς Κορινθίους Α’ Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς την παλαιοχριστιανική αδελφότητα της Αρχαίας Κορίνθου και διασώζεται μέσω της Καινής Διαθήκης, είναι ένα από τα πιο αξιόλογα κείμενα της Αγίας Γραφής.

Ο ύμνος της Αγάπης (Α' Κορινθίους κεφ. ιγ' στίχοι 1-13)


Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και


 των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα


 χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.

Και εάν


 έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα


 και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την


 πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη


 έχω, ουδέν ειμί.


Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και 

εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι,


 αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι


Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου


 ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται,


 ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου


 παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει 


επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα 


στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα


 υπομένει. 


Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.

Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται, είτε 

γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις 


καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και


 εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το 


τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται.


 Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως 


νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε 


γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου.


 Βλέπομεν γαρ άρτι δι' εσόπτρου εν αινίγματι,


 τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι


 γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι


 καθώς και επεγνώσθην. Νυνί δε μένει πίστις,


 έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων


 η αγάπη.
Μετάφραση:

"Αν ξέρω να μιλώ όλες τις γλώσσες των 


ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω 


αγάπη, τότε έγινα σαν ένας άψυχος χαλκός που


 βουίζει η σαν κύμβαλο που ξεκουφαίνει με τους


 κρότους του.

Και αν έχω το χάρισμα να 


προφητεύω και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και 


όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε 


να μετακινώ με τη δύναμη της ακόμη και τα 


βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε δεν είμαι


 τίποτε απολύτως.
Ποιήματα της Αγάπης -Μενέλαος Λουντέμης

ΚΑΡΦΙΑ
Ακούω τα πέταλα, ακούω τα καρφιά.
Γέμισαν οι νύχτες μου καρφιά
κι οι μέρες μου βελόνια.
Παντού ακούονται καρφιά
να καρφώνουν σταυρούς
να καρφώνουν κρεμάλες.

Με καρφιά είναι σπαρμένοι οι δρόμοι.
Καρφιά μου ‘στειλαν στα γενέθλιά μου
αντίς για λουλούδια γιορτινά.
Καρφιά γέμισαν το μαξιλάρι μου
αντίς για πούπουλα απαλά.

Καρφιά μπήξανε στα όνειρά μου
και στον τυραγνισμένο μου ύπνο.
Από άγρια σουβλερά καρφιά
κρέμονται κι οι μέρες μου
με σπάγκους από νερό.

Με τα ίδια καρφιά κάρφωσαν
κι όλους τους ανώνυμους της Ιστορίας
καθώς και τους διαλεχτούς της.

Απ΄ αυτά τα καρφιά κρέμασα κι εγώ
τους μαύρους μου εφιάλτες
και πήρα στον ώμο μου τη σκάλα
για να ξεκρεμάσω τους αθώους
και να καρφώσω τους ληστές.


 Μενέλαος Λουντέμης


ΉρθεΚαι φώτισε την καταπακτή μου.


Κι έγινε φώς. Ήταν ο ουρανός; Δεν ξέρω.


Ενα μόνο ξέρω.


Πως έχασα τη γη. 


Ήρθε. 


Και ξοπίσω της έτρεχαν ξυπόλυτες 


ένα κοπάδι ξέπλεκες ακτίνες. 


Παίζοντας κρυφτούλι με τους ατμούς. 

Ήρθε. 


Κι έφυγε τρομαγμένη η πίσσα 


Σκορπώντας τα μαύρα της δάκρυα


Ενώ κάτι μεθυσμένοι κορυδαλλοί 


Ανεβοκατέβαιναν σαν σαλτιμπάγκοι. 

Ήρθε. 


Κι ένα χελιδόνι 


-Καθώς έφευγε για τόπους μακρινούς- 


Σταμάτησε κι άπλωσε τις φτερούγες του 


πάνω στο σταυρό της κοντινής μας


εκκλησιάς.
Αγάπη!
Για να ζήσεις ήρθες 
Ή για να σταυρωθείς.
 Ο όκος της Αγάπης-Μενέλαος Λουντέμης

Μ΄έβαλαν να ορκιστώ με το χέρι στην


 καρδιά.


“Ορκίσου!μου είπαν. Ορκίσου στην 


Αγάπη!”


Και ορκίστηκα στην αγάπη.


Και μου ξανάβαλαν το χέρι στην καρδιά.


 ”Ορκίσου! μου ξανάπαν. Ορκίσου στον 


Άνθρωπο”


και ορκίστηκα στον άνθρωπο.


Μα είχα για τόσα πολλά να ορκιστώ,



τόσους πολλούς όρκους να δώσω, στη 



Φιλία, στο Κάλλος, στην Τιμή σε ποιό να



 πρωτοορκιστώ;


“Ορκίσου σ΄ όλα!” μου είπαν.


“Τότε, είπα κι έσκυψα, τότε ορκίζομαι σ΄



 όλα.”


Και γονάτισα μπρος στην Α γ ά π η.







«Η διαρκής Ανάσταση αυτών που πολύ αγαπάνε...». (Κωστής Μοσκώφ)

Ευχαριστώ πολύ την Αγιογράφο -

Ζωγράφο, Χρυσάνθη Τσίντζουρα  για την


 ευγενική παραχώρηση των έργων


 της,  στην ανάρτηση του μπλογκ.



Περισσότερα /εδω ''Ειν' δυνατή σα θάνατος η αγάπη''    http://pyroessa-artemusica.blogspot.gr/2013/04/blog-post_2143.html

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

"Τα Ετεροθαλή" - Οδυσσέα Ελύτη



Με τον γενικό τίτλο "Τα Ετεροθαλή", το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα - δημοσιευμένα ή ανέκδοτα - που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών.
Από αυτά:

Τα ποιήματα "Ψαλμός και Ψηφιδωτό για μιαν άνοιξη στην Αθήνα", "δώδεκα Νήσων Άγγελος" και "Της Σελήνης της Μυτιλήνης", δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "Εποχές", τ. 24., Απρίλιος 1965.
Η "Ωδή στον Πικασσό" δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης", έτος Η', τόμος ΙΕ', αρ. 85.
Το "Μικρόν Ανάλογον για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα" στο περιοδικό "Ζυγός", τ. 58, Σεπτέμβριος 1960.
Το "Αιώνος Είδωλον", στο περιοδικό "Συνέχεια" αρ. 3, Μάιος 1973.
Ο "Φυλλομάντης" κυκλοφόρησε, τυπωμένος σε ειδικό τετράπτυχο, στη σειρά "Ένας Ποιητής, ένα Ποίημα" από τον εκδοτικό οίκο "Αστερίας", τον Δεκέμβριο του 1973.Ο "Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου" τυπωμένος στο εξωτερικό σε 111 αριθμημένα αντίτυπα, με γράμματα και κοσμήματα χαραγμένα από τον γλύπτη Κώστα Κουλεντιανό, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1971.
Η "Villa Natacha", μαζί μ' ένα πρωτότυπο σχέδιο του Παύλου Πικασσό, τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο του 1973 σε 111 αντίτυπα εκτός εμπορίου από τον εκδοτικό οίκο "Τραμ".
Όλα τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα. (Από την παρουσίαση της έκδοσης)
Πηγή http://www.politeianet.gr/books/9789607233943-elutis-odusseas-ikaros-ta-eterothali-187610
http://www.penna.gr/images/Elli/zwgrafos_5.png

ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ(αποσπάσματα)              ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ
       ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
Άνοιξη χνούδι περιστέρας
Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη

Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία
Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι
Με τσιγγάνες που άρπαζε
Σαν
Χαρταετούς
Ψηλά
Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους
Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
Άνοιξη σουσάμι αόρατο

Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
Στρίβοντας
Ένα τραμ
Εστρίγκλιζε

Στ' άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο

Άνοιξη μυρμηκιά της μέρας
Άνοιξη αίμα του βολβού
Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
Όπου τύχει

Ριπές
Θάνατοι
Εκατομμύρια σπερματοζωάρια
Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους
Άνοιξη τσίτι τσιτωμένο
Άνοιξη σφήκα του χεριού
Άνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας»
Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα
Μια παράξενη
Άλλη
Γειτονιά

Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:
Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της
Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!


http://c300221.r21.cf1.rackcdn.com/woman-by-george-stathopoulos-1361874923_org.jpg
Άνοιξη κρύσταλλο και νίκελ
Άνοιξη παραπάτημα των κήπων
Άνοιξη «Μήνιν άειδε...»

    Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!

    Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!

    Και τι κηπάκι

    Τα λυτά

    Νωπά

    Μαλλιά

    Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!

Άνοιξη μισοζαλισμένο ερείπιο
Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
Άνοιξη Mercury Air Sedan

    Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά

    Στο κενό του γλαυκού κάτω απ'  τα βλέφαρα

    Μια ρουφήχτρα
    Που κατάπινε
    Άσπρα
    Πούπουλα
    Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη

Άνοιξη μούρο αδάγκωτο

Άνοιξη βιδωτό φιλί

Άνοιξη χάσμα της λιποθυμίας


    Το ντουβάρι ορέγονταν κι αλλά καρφιά

    Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε

    Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες

    Κι έφερνε

    Γύρους

    Χαμηλά

    Στην αυλή με το κόκκινο κι άσπρο πλακάκι

Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
Άνοιξη αμόνι και σφυρί
Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση


    Κάποιος απ' τ' ανοιχτό παράθυρο έριχνε

    Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα

    Κάκτος

    Κάστωρ

    Κόνδωρ

    Ιέραξ

    Ενώ στ' αντικρινό το Παρθεναγωγείο

http://www.elenakosma.gr/wp-content/uploads/2015/06/m_7-3.jpg
Άνοιξη 37 και 2

Άνοιξη Lone Amour και Liebe

Άνοιξη no nein και non!


    Τα κορίτσια δάγκωναν στη γομολάστιχα

    Και τινάζανε πίσω το κεφάλι
    Σαν

    Να τραβούσαν
    Έξω

    Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα
    Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους

Άνοιξη δόντι λυσσαλέο
Άνοιξη φούξια του παροξυσμού
Άνοιξη αρτεσιανόν ηφαίστειο


    Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ' το φεγγίτη
    Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες
    Μια στιγμού-
    Λα μόνο
    Τα γυμνά στήθη

    Τα τρεμάμενα σπάρτα μες στους κάμπους
    Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη


Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

Μια κηλίδα

Μωβ

Πήγαιν'

Ερχότανε

Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη

Λάμπανε πίσω απ' το παντζούρι

Άνοιξη άνοιξη σαλπάροντας
Άνοιξη άνοιξη σημαιοστόλιστη
Άνοιξη «αντίο αντίο παιδιά!»
1939
http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1683,5365/extras/activities/indexA_1_metaselida/indexa_1_kolaz_elyti_aggelos_astypalaias.jpg
ΔΩΔΕΚΑ ΝΗΣΩΝ ΑΓΓΕΛΟΣ

Έρμης και χελιδονοδρόμος ποιος
Το πρωί με φοινικιάς Ροδίτισσας
Κλωνάρι τον αιθέρα καίοντας χύνεται
Πάνω από της Ανατολής την ορασιά
Στέγες κατάρτια δώματα καμπαναριά
Μ' ιριδόστιχτο πέδιλο μόλις
Αγγίζοντας

Ποιος - όταν μέσ' από του πόντου τις
Αμπελοβραγιές πηδώντας τα δελφινοκόριτσα
Βγάζουν κρυγιές φωνές αγριοπερίστερων
Πίσω απ' το ψάρι τ' αέρος το ακαμάκιστο
Και με την πελαγίδα ή τ' αρσινάκι στο-
Λίζουνε τα γαλάζια γένια του αϊ-Νικόλα
Του θαλασσάχραντου


Ραδινά τότε - ποιος της Χάλκης γιος
Το κολασμένο του «καμένου σπήλιου» λύνοντας
Κράτος ψηλά πηγαίνει τα τιμιότατα
Δώρα Θεού που οι χρόνοι δεν κατάλυσαν
Πάει πετάει - κι ο νους του αγάλλει σαν
Ήλιου αχτιδωσιά στης μνήμης των αρχαίων
Το χάλκωμα

http://content-mcdn.feed.gr/filesystem/images/20120606/engine/assets_LARGE_t_420_54071878_type12128.jpg
Πάει πετάει - μα στις ψυχές χτυπά
Καμπάνα σηκωμού και αρνάδας λύτρωση
Βράχια που του νερού τα ξαναλέει ο αντίλαλος
Κοπάδια σπίτια που τα πάει Δάφνις γυμνό
ς
Μαϊστραλίζουν οι μανταρινιές της Κάλυμνος
Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος
Τα όστρακα

Θύρσου Σταυρού ή Σπαθιού

Της Καλοσύνης λάμπος και ύμνισμα!

Για να 'ναι το γλυκό χείλι του μέλλοντος

Πάντα στης νέας γερής κοπέλας το βυζί

Γάλα νυμφαίο μυθικό στάχυ μαζί

Πάτμος της πράξης και του ονείρου

Νίσυρος
http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1683,5365/extras/activities/indexA_1_metaselida/indexa_1_%20prosfora.jpg
Κως
Λέρος Σύμη Αστροπαλιά
Κάρπαθος Τήλος Καστελόριζο...
Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας
Τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του
Άξαφνα νιώθεται άγγελος και Πανορμίτης του
Μυστικού που ξεχύνεται «χρυσέαις
Νιφάδεσσι»


Πάει ψηλά μ' ένα κηρύκειο φως

Πάνω από ρημοκλήσια και ανεμόμυλους


Μαντάτο ελευθεριάς ν' αντιχτυπήσει

Κατά των Αθηναίων το κάστρο που ριγά -

Ποιος με σπιλιάδας τάχος πάει γοργά

Και ξεδιπλώνει τη σημαία της αφρισμένης

Θάλασσας.
1946
Κολαζ-Οδυσσέας Ελύτης

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ                                 Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

                                    ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙ


Να 'ταν η στενοχώρια να γεννούσε καν ένα πουλί    σκισιματιά που
θα τραβούσε    πάνου ως κάτου     μες στου μέσα κόσμου τη μαυρί-
λα    κι αψιθιά με τι δριμύτη απ' τα βουνά της Κρήτης θ' άναβε μες
στον Άδη σαν αηδονολαλιά

Πόρπη ασημένια Ελένη

Βρέξε βασιλικό τα χέρια σου να δροσιστώ σαν να 'χω μες στα χάδια
σου διαβάσει τις επιστολές του Παύλου

(Σήκωνε το κλουβί

μια δω μια κει

κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη

ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι

μια δω μια κει

ο ήλιος κάθε Κυριακή)

Πήραν τους τρεις ανέμους οι βοσκοί    κι εσύ τον τέταρτο τραβάς και
φέγγεσαι    που να θωρώ πίσω απ' το σώμα σου να τρέχουν όρη και
νησιά    του γραίγου όλα τα ερημόλογα και τα κατσούλια της αυλής
όπου μεγάλωσες    παραδεισένια

Ελένη χώρα του Ήδυπνου

Που λέω αλήθεια πόσο πρέπει να υπόφερε ο ουράνιος κηπουρός για
να 'βγει τέτοια μέντα η ομορφιά σου

(Φώναζε στην αυλή
ψι-ψι  ψι-ψι

κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει
ψι-ψι  ψι-ψι

την αστραπή τους τη χρυσή)

Κι όπως παντού νυχτώνει κάποτε    όμως    (ίδια μες στην αγάπη) ένα
φωσάκι καταμόναχο φωνάζει «εγώ» «εγώ»    κι ούτε τ' ακούει κανέ-
νας    μόνο μια θύμηση ανεβαίνει σαν λευκή μορφή καταθαλάσσης
γυρισμένη    έτσι κι εσένα

Σελήνη Ελένη αναβρυτή
Κάποιου το δάκρυ που δεν έδειξες    τη σκοτεινή καρδιά θα τιμωρεί
και δεν αντέχει    κοίτα    στο λιγούλι γιασεμί της νύχτας όλο το δαι-
μονολόγι

(Κάτασπρο γιασεμί

και μυ- και μυ-

και μυστικέ μου Αποσπερίτη

πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη

και μη και μη

και μη ρωτάτε το γιατί).


1962
                 Ο ΦΥΛΛΟΜΑΝΤΗΣ

Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ

Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων


Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια

Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω

Πόρτες παράθυρα ανοιχτά

Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας

Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·



Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη

Τρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν

Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας

Από βάθη ζωής αναστραμμένης

Μες στο κρύο ασπράδι των ματιών

Εκεί που ακινητεί ο Καιρός

Κι η Σελήνη με τ' αλλοιωμένο μάγουλο

Απελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Μη». Κι υστέρα πάλι «Μη» «Μωρό μου»
«Τι σου 'μελλε» «Μια μέρα θα το θυμηθείς»
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά»
«Εγώ που σ' αγαπώ» «Πες πάντα» «Πάντα».


Κι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δύο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Ανεβαίνει απ' της ψυχής τ' απόνερα ένα
Κύμα θολό που οι φυσαλίδες του είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι οπού κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι -
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά και του όρκου
Τίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ

Μέσ' απ' τη χλώρη του βυθού και πάλι
Το ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα

Μονοθροεί και συνθροεί τα φύλλα
Μονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σου 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά»
«Σου 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Κι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Βατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Μόνος άλλ' όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Με κενή τη θέση στα δεξιά μου
Και ψηλά μ' ακολουθούσε ο Βέγας
Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.

1965

 

Πανσέληνος στη Μυτιλήνη (φωτογραφία Γιώργος Παπαδόπουλος)

ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗNΗΣ(Τα Ετεροθαλή-Οδυσσέας Ελύτης)

ΠΑΛΑlΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΩΔΗ

Τόσο μου ομόρφηνες τη δυστυχία - που ξέρω :
Μόνο σε Σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου.
Ητανε στο νησί μου κάποτες εκεί που αν δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά
Σ' έφερε μεσ' στον κήπο του παλιού σπιτιού μας
Kρούοντας βότσαλα μεσ' στο νερό ν'ακούσω
Πως σε λένε  Σ ε λ ά ν α  και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου.

Πως ανάσκελα Θυμάμαι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Μεσ' από τις μαγνόλιες του Παραδείσου
Σ'έβλεπα να κατεβαίνεις κει που έλαμπε η χαβούζα
Και μυγάκια πάνου από τα σαπισμένα φύλλα
Μυριάδες φωσφόριζες! Πως μετέωρα όλα! Kαι βαθύς
Ο θόρυβος της ρόδας μεσ'στη νύχτα . . .
 'H φορές που μου έφερνες την κουκουβάγια
Ως μέσα στη μοναχική μου κάμαρα
Σηκώνοντας σκιές από τα έπιπλα
Να με τρομάξεις. 'Ομως τι θα πει νεκρός δεν ήξερα

Τι θα  πει Καιρός τι Οπτασία
Τι το ασήμωμα της Παναγίας επάνω στα νερά
Τα μεγάλα ιερογλυφικά στην όψη σου
Αγάπη κι o θανατος - να πω δεν ήξερα . . .

Κι ήμουν τοσο θλιμμένος! Μόνο που ήταν νύχτα

Mόvo που έσταζαν τα φύλλα μόνο που ανεξήγητα
Είχα μεσ'στη Μητέρα κατεβεί
Της ηχώς το βάθος το άπατο
Και το μαύρο κομμάτι που αποσπούσε
Από μέσα μου κι έριχνε μεσ'στο πηγάδι
Και το χώμα που έθρυβε κάτω απ το πέλμα μου
Σαν παγόνι φουσκώνοντας το δεντρολίβανο
 
 Μόνο που αδημονούσαν μόνο που πίεζαν το στήθος μου
Ενιωθα ν' αναβλύζουν δάκρυα...
 Μακριά στα σπίτια με την ασημένια στέγη
Τ'άλλα παιδιά τ'ανέβαζε η φωνή
T'ανέβαζε η φωνή τους με τη φυσαρμόνικα
Μόνος εγώ στα σκαλοπάτια σα διωγμένος έκλαιγα
Και σε παρακαλούσα: πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Kαι παρηγόρησέ με που γεννήθηκα!

Οχι που ήμουν άτυχος - θέλω να πω
Που τα χρόνια επάνω μου δεν έπιαναν σαν το νερό
Kαι τα λόγια μου μέσα στο φως πηδώντας
Ομοια ψάρια να φτάσουν λαχταρίζανε
Μεσ' στον άλλο ουρανό - Μα που πια κανείς κανείς
Ν'αναγνώσει δε γνώριζε Παράδεισο
Παλιά θαλασσινή Σελήνη μου μόνο σε Σένα θα το πω
Γιατί μου ομόρφηνες τη δυστυχία - και ξέρω:

Το παλτό μου σπίτι ακόμη κατοικώ
Και στα ίδια τριξίματα τρομάζω
Και τις νύχτες πάλι βγαίνοντας ο lούλιος
Τυλιγμένος τη μαύρη πρασινάδα σου παραμιλώ

'Εφυγαν έφυγαν ένας αέρας οι άνθρωποι
Στους βαθείς κρυφούς κυπαρισσώνες
Εν'αργό ανατρίχιασμα η συρτή που η Νύχτα
Μεσ'στα φύλλα τραβάει όλο σπιθίσματα

Ομως πού το "χάρμα"; Πού η "νέα ζwή";
Αλλά μάρτυς ήμουνα όταν στα τρίτα ύψη
Ενα-ένα ξυπνούσαν τα λιόφυτα του αέρος
Kι ο μισός έμενα έξω απ'τον Καιρό
Την κοιλάδα που μόκρυψεν ο θάνατος
Πάλι ν'αντικρίσω. Τον σαπφείρινο γύρω μου Ζωδιακό.
 
 Ετσι μακριά στη γη. Ροές της θάλασσας
Και βασκανείες του καπνού των κήπων. Αλλά τι
Κόπος ο ποιητής με τ'αδειανά του χείλη
Ολοένα πίσω από τη θλίψη του: το Ανείπωτο.
Πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Kαι παρηγόρησέ με που γεννήθηκα.

Οτι τόσο ελαφρύ στα φρύγανα το πάτημα ήταν
Τόσο μπλάβα τα λουλούδια. Τόσο η στάλα των ματιών
Ωραία μετά που η ευτυχία χάθηκεΜακριά μεσ'στα θαλασσινά χαράματα
To φιλί που εκράτησα όσο το αστέρι μου έσχιζε
 
 Την πλαγιά του Αυγούστου τόσο καθαρό
Τόσο πικρή στη φούχτα μου η γαλήνη
Τόσο οι άνθρωποι μαύροι και μικροί
Με το πόδι εμπρός που ολοένα παν
Παν κατευθείαν για τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα !

1953.
 
    ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ

                                        ΚΟΙΝΩΣ ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ

Φέγγαν οι αλατόπετρες και στη μεγάλη
Αλαλησιά του μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνον δώσ' του
ο άνεμος
Δώσ' του με το ράντιστρο. Και δύο ή τρία πουλιά
Δυνατά κι ελεύθερα σαν ευτυχίες.

Έτσι για να 'χω ζήσει αντίθετα
Στα ερχόμενα και να μην έχω
Λάβει τίποτα ευτυχώς
Παρεχτός από τα χέρια μου όλα
Τώρα πάλι ακουγόμουν
Καταμόνας όπως ο ασκητής
Προτού ανεβεί απ' τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη

 
Δεξιά βουτούσε ο βράχος κι από τ' άλλο μέρος υψω-
Νε κεφάλι να παλέψει ο αγρίμης
Μπουρμπούλες νερό στα φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη
Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι

Χιλιετηρίδες υστέρα
Που το νερό αναπήδησε
Να γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα
Φαίνονται ακόμα κοίτα
Χαμηλά βουνά ξωκλήσια φάροι
Περασμένα τωρινά μου
Από το μέρος το άγνωστο. Και τώρα;

Στρίβοντας τ' ακρωτήρι σειρές κατεβατές
Τ' αμπέλια μ' ένα γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη
Φερμένη απ' τις λευκές Μαρίες των κυμάτων
Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος

Πώς να 'ναι τώρα οι άνθρωποι; ʼραγες
Να φοβούνται ακόμη; Στους αγρούς τους γερτούς
Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;
Κερασιές να υπάρχουνε;
Και ποια τώρα να κάνει
Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές
Αγία το θαύμα της;

Το Θεό τον έπιανες μες στον αέρα
Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού
Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει
Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες

Αλλού. Είναι αλλού
Που το θαύμα το αέναο γίνεται
Πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
Το χέρι αυτό που θα γυρίσει
Στους καιρούς πίσω τ' άχρηστα
Θ' ανοίξει σαν ηλίανθος
Και δρομείς με την ελληνική λαλιά θα παν το μήνυμα
  
 Οργιές από του λόφου τα ύψη αχούσαν τα ερημόνησα
Μακριά στα βάθη σαν βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν
Ένα κορίτσι μόλις κομμένο απ' τη βερβένα
Σάλευε στ' αεράκι και το πόδι του έλαμπε

Όπως οι λέξεις όταν κάνει αιθρία
Μία στην άλλη δίνονται
Νιωσμένο φανερώνεται
Το κορίτσι που κρατεί ένα κάνιστρο
Γεμάτο μ' αχινούς και βιολέτες θαλάσσης
Λες: είναι αυτές οι αγάπες σου
Μ' ευωδιά και μ' αγκάθι

Παλεμένο στ' άγρια το πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε
Στους καιρούς κόντρα κι άκουγες τα ευ των δέντρων να ευστοχούν
Περαστικός ένας μικρός Ιούλιος μοίραζε
Τους Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε

Κι η μέρα που απελπίστηκες
Επιστρεμμένη σαν ηχώ αλλ' απέραντη
Και οι λύπες οι μικρές
Με το κρυφό τους κόκκινο λουλούδι
Σκιές τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα
Των ουρανών επάνω στο νερό
Που ο νους μόνον εγγίζει

     
Σήμαιναν οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής ανήμερα
Και κομμάτια κομμάτια τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια
Τα 'παιρνε το μπουγάζι. Τρεις ώρες πιο ψηλά
Μ' ανοιχτό πανί τα καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες

Και ας μην ένιωσε ποτέ κανείς
Του μέλλοντος αρχαιολόγος
Και των επουρανίων
Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.
Επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά
Πατρίδα που δε χάνεται
Κει που γυάλισαν κάποτε ύστερα η αλήθεια ήρθε.

1971


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...