Translate

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Ό σο υπάρχουν ποιητές - Τα πουλιά θα πετούν -

'Οσο υπάρχουν ποιητές - Τάκης Βαρβιτσιώτης, Δέκα ποιήματα τη οργής και του χρέους
Ό σο υπάρχουν ποιητές
Τα  πουλιά θα πετούν
Και τα δέντρα θ’ ανθίζουν
Δε θα μπορούν ανίερα χέρια
Να σταματήσουν την άνοιξη
Να εξαφανίσουν τα πράσινα σημάδια
Αυτούς πού πιστεύουν ακόμα
Πώς είναι τ' όνειρο δυνατό .
Τα άσπρα Πουλιά, ερωτικό ποίημα του Ουίλιαμ Γέιτς
Θά ‘θελα νά ‘μασταν, αγαπημένη μου, άσπρα πουλιά επάνω στον αφρό της θάλασσας!
Τη φλόγα του μετεωρίτη ν’ αποφεύγαμε προτού να ξεθωριάσει και χαθεί,
Κι η φλόγα του γαλάζιου άστρου, του εσπερινού, κρεμάμενη στο χείλος τ’ ουρανού,
Έχει ξυπνήσει στις καρδιές μας, αγαπημένη μου, μια θλίψη που ίσως δε θα σβήσει.
Μια αφύπνιση έρχεται απ’ εκείνους τους ονειροπόλους,  μες στη δροσιά, το κρίνο και το ρόδο,
Ω, μην ονειρεύεσαι, αγαπημένη μου, για κείνους, τη φλόγα του μετεωρίτη που χάνεται,
Ή τη φλόγα τ’ άστρου του γαλάζιου, π’ αργεί να σμίξει με τη δροσιά που πέφτει
Γιατί θα τό’ θελα να μεταμορφωνόμασταν σ’ άσπρα πουλιά επάνω στον περιπλανώμενο αφρό: Εγώ κι εσύ!
Την σκέψη μου σφυροκοπούν αμέτρητα νησιά, και Δαναών ακρογιαλιές πολλές,
Όπου ο Χρόνος σίγουρα θα μας ξεχνούσε, κι η λύπη δε θα μας πλησίαζε άλλο πια.
Σε λίγο μακριά απ’ το ρόδο και το κρίνο δεν θα μπορούσαμε ν’ αντέξουμε τις φλόγες.
‘Ασπρα πουλιά να είμασταν, αγαπημένη μου, επάνω στον αφρό της θάλασσας να πλέαμε!
Γιάννης Ρίτσος το χρέος των ποιητών
Κάποτε οι ποιητές μοιάζουνε με πουλιά μες στο δάσος τού χρόνου,
οι άλμπατρος του Μπωντλαίρ, τα κοράκια τού Πόε,
κάποτε σα σπουργίτια μες στο χιόνι ή σαν αητοί ψηλά σ απόκρημνα Ιδανικά.

Υπάρχουν και ποιήματα όμορφα σαν τα πουλιά Γκλουχάρ -
το Μάη και τον Απρίλη πνίγονται μες στο ίδιο τους το ερωτικό τραγούδι
πνίγονται μες στη μελωδία τους και κουφαίνονται.

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ   (1940)-Οδυσσέας Ελύτης
Πουλιά στα χίλια χρώματα
Των ενθουσιασμών

Ελαφρά καλοκαίρια

Στέγες κοντά στον ουρανό μόλις

Που αγγίζουνε

Θ' αδειάσουμε τη στάμνα
Θα γίνουμε γλαυκοί
Δωρητές του πελάγους.
XV

Ήβη της μέρας πρώτη κρήνη της χαράς
Η αρχαία μυρσίνη τινάζει τη σημαία της
Θ' ανοίξει ο κόλπος των κορυδαλλών στο φως
Κι ένα τραγούδι θα σταθεί μετέωρο
Σπέρνοντας τα χρυσά κριθάρια της φωτιάς
Στους πέντε ανέμους
Λευτερώνοντας τη γήινη ομορφιά.

''Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ‘χει από μιας αρχής δοθεί;''Οδ.Ελύτης

Ο λίγος χρόνος των πουλιών

Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;
Το φως έρχεται
Εκλέγει τα πουλιά
Το φως δεν καταστρέφει
Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα.
(24.5.1936)Γιώργος Σαραντάρης 

Μ' ΕΛΑΦΡΑ ΒΗΜΑΤΑ- Ανέστης Ευαγγέλου

Μ' ελαφρά βήματα έρχεται η αγαπημένη μου,
χαράματα, όταν ξυπνάνε τα πουλιά.
Την παίρνει
αγιάζι τρυφερό, το εύθραυστο σώμα,
κι έρχεται να συνάξει τ' άνθη
κι ανάμεσα στη χλόη να πλανηθεί
κι απ' την πηγή
γαλάζιο, αμόλυντο, να πιει νερό.

Μ' ελαφρά βήματα έρχεται η αγαπημένη μου
κι εγώ,
το πιο τρελό από τα πουλιά, την τραγουδώ.

  Κική Δημουλα, Απίθανο πουλάκι έλα μέσα
Αν είσαι μάγισσα όπως πίστευα  χαρίσου πέφτοντας πάνω σ’ αυτό που σκέφτομαι.
 Ν’ ανθίσει ανάγκασέ το κι ένα πουλί ξελόγιασε επάνω στα κλαδιά της ακοής μου. 
Με μάγια τη φωνή του ανακάτεψε, να κελαηδάει νυχθημερόν κατάφερέ το κι ας ενοχλείται το αφύσικο και ας του λέει πάψε θα σε σκοτώσω.
 Εκείνο να μην παύει. 
Να κελαηδάει ατρόμητα γενναία. Αχ έτι και έτη ψάχνω όλα τα πιστευτά του κόσμου αλωνίζω, να βρω μια δεύτερη φωνή. Απίστευτο πουλάκι έλα μέσα.
 «...Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα...»
Κική Δημουλά
Κυνηγέ, υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά. Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι. [...] Ηρέμησε λοιπόν. Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς, μα δε σκοτώνω άστρα.
 Μπλε πουλί(Henry Charles Bukowski,)

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει
αλλά είμαι πάρα πολύ σκληρός για εκείνο
Του λέω, μείνε εκεί μέσα, δεν πρόκειται ν’ αφήσω
κανένα να σε δει.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει
αλλά ρίχνω πάνω του ουίσκι και εισπνέει
τον καπνό του τσιγάρου μου.
Οι πόρνες, οι μπάρμαν
και οι υπάλληλοι των παντοπωλείων
δεν ξέρουν ότι
αυτό
είναι εκεί.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει
αλλά είμαι πάρα πολύ σκληρός για εκείνο,
του λέω,
μείνε εκεί,
θες να με μπλέξεις;
Θες να καταστρέψεις
τις δουλειές μου;
Θες να χαλάσεις τις πωλήσεις των βιβλίων μου
στην Ευρώπη;

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να βγει έξω,
αλλά είμαι πολύ έξυπνος, το άφησα να βγει μερικές φορές
αλλά μόνο τη νύχτα
όταν όλοι κοιμούνται.
Του λέω, το ξέρω πως είσαι εκεί
γι' αυτό μην είσαι
λυπημένο.

Αργότερα το ξανάβαλα μέσα,
αλλ' εκείνο τραγουδάει λιγάκι
εκεί πέρα, δεν θα το αφήσω ακόμη να πεθάνει
και κοιμόμαστε μαζί έτσι απλά
με τη
μυστική συμφωνία μας
και είναι αρκετά συμπαθητικό
να κάνετε έναν άνθρωπο
να κλάψει, όμως εγώ
δεν κλαίω, εσείς;
  Τάσος Κόρφης, Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.
 Το πληγωμένο πουλί-Kώστας Μόντης
Ούτε πού θυμάμαι πότε και πώς
κράτησα στη χούφτα μου ένα πληγωμένο πουλί
πού είχε αφεθεί στο έλεός μου
και με κοίταζε επίμονα σαν κάπου να μ' είχε ξαναδεί,
και με κοίταζε περίλυπα
χωρίς μια τόση δα κίνηση φτερούγας,
χωρίς μια τόση δα κίνηση ποδιού.
Ούτε που θυμάμαι.
Μπορεί, μάλιστα, ποτέ να μην έγινε αυτό
κι όμως το βλέμμα του μ' ακολουθεί χρόνια τώρα,
μπορεί να μην έγινε
κι όμως το νιώθω χρόνια τώρα στη χούφτα μου
να μη χάνει ευκαιρία να με κοιτάξει
να καραδοκεί μόλις ανοίξω τη χούφτα
να με κοιτάξει.


Ό,τι μπόρεσα να διασώσω
(στον κόσμο που πήγα)
το διέσωσα, θάλασσα.

Η ψυχή μου ένα σμήνος
μυριάδων πουλιών
που τ' αλώνιζε η θύελλα.


Όσα διασώθηκαν
βρήκαν το δέντρο τους.

Φτερούγισαν κι έμειναν
μέσα στις λέξεις.
(απ' την ποιητική συλλογή «Συνάντηση Με Τη Θάλασσα», το 1991)Nικηφόρος Βρεττάκος 



 Όποιος αγαπάει ένα πουλί, ένα άστρο, ένα παιδί, αυτός πάντα του βλέπει όμορφα όνειρα κι ο κόσμος γίνεται όμορφος ως πέρα απ’ τον ύπνο του, ως πίσω απ’ τα κλεισμένα μάτια του, ως μέσα στο πιο άγνωστο χαμόγελό του.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ «Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΑΡΤΑΪΤΟΥΣ»
 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ  Τάσος Λειβαδίτης

Συνέβη χωρὶς ποτὲ νὰ καταλάβω πῶς — ἡ μητέρα εἶχε πονοκέφαλο,
……θυμᾶμαι, καὶ μ᾿ ἔστειλαν στὸ φαρμακεῖο,
στὸ γυρισμό, εἶναι ἡ ἀλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα ἕναν γέρο,
……τρόμαξα μὲ μιὰ πέτρα δύο πουλιὰ
κι ὥσπου νὰ στρίψω πάλι τὸ δρόμο
οὔτε σπίτι, οὔτε νεότητα πιά.
Χρονοδιάγραμμα

Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί, μιλούσαν για
το μέλλον μου. Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι. Αλλά εγώ
ούτε τους πρόσεχα, ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
Ίσως γι΄ αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ: ήταν τόσο
αναρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.
«Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει,

Γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει,

δε θα τραγούδαγε» (Πωλ Βαλερύ)

Ασπρα πουλια τση θαλασσας
που χαμηλοπετατε
αν δειτε την αγαπη μου
να μου την χαιρετατε...


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Ανεμώνη-Ανεμολούλουδο-Παπαρούνα


Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες.(Οδ.Ελύτης)

Ανεμώνη-Ανεμολούλουδο

Το όνομα του λουλουδιού συνδέεται με τον αρχαίο ερωτικό μύθο του Άδωνη και της Αφροδίτης. 
 Ο μύθος είναι πολύ γνωστός. Ενέπνευσε μάλιστα και μεγάλους ποιητές όπως ο Οβίδιος και αρκετά αργότερα ο Σαίξπηρ να γράψουν ύμνους σ' αυτόν τον έρωτα. 
Σύμφωνα με το μύθο ο Άδωνης βγήκε για κυνήγι στο δάσος.
Εκεί όμως τον παραφύλαγε ο θεός Άρης ο προηγούμενος εραστής της Αφροδίτης που ζήλευε τον Άδωνη αφού η Αφροδίτη τον παράτησε για τα μάτια του ωραίου νέου.
Ο Άρης μεταμορφώθηκε σε άγριο κάπρο, επιτέθηκε στον Άδωνη και τον πλήγωσε θανάσιμα. Η Αφροδίτη άκουσε τα βογκητά του Άδωνη και έσπευσε να τον βρει.
Όμως ήταν πια αργά. 

Απαρηγόρητη η Αφροδίτη πήρε στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του αγαπημένου της και όπως λέγεται ράντισε με νέκταρ την πληγή.
Από το μείγμα που έκαναν το νέκταρ με το αίμα ξεπήδησε ένα όμορφο λουλούδι. 

  Μόνο που η ζωή αυτού του λουλουδιού κρατάει λίγο.
 Όταν ο άνεμος φυσάει κάνει τα μπουμπούκια του φυτού να ανθίσουν και ύστερα ένα άλλο ανεμοφύσημα παρασέρνει τα πέταλα μακριά.
Έτσι το λουλούδι αυτό ονομάστηκε ανεμώνη ή ανεμολούλουδο επειδή ο άνεμος βοηθάει την ανθοφορία του αλλά και την παρακμή του. 

Θα ήταν παράληψη αν δεν αναφέραμε ότι υπάρχει και λουλούδι με το όνομα Άδωνης το οποίο μάλιστα έχει και φαρμακευτικές ιδιότητες.

Άδωνης- Αγριοπαπαρούνα

Το λουλούδι που αναφέρει ο μύθος είναι η γνωστή σε όλους μας παπαρούνα των λιβαδιών με το υπέροχο κόκκινο χρώμα (Το αίμα του Άδωνη).

Ἡ ἀνεμώνη-Γεώργιος Βιζυηνός

Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ
  συλλογιέται μοναχός του.
Ἕνα ρυάκι, ποὺ περνᾷ,
  κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.

Μία ἀνεμώνη, ποὺ ἀνθεῖ
  εἰς τὸν βράχο στηριγμένη,
νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ
  τὸ τραγούδι τί σημαίνει.

Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ,
  καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της.
Τί τραγούδι νὰ λαλῇ
  ὁ τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεῖ γιὰ μία ἀγκαλιά,
  ποὺ μὲ πόθον ἀνοιγμένη
στὴν χρυσὴν ἀκρογιαλιὰ
  μέρα νύχτα τὸν προσμένει.

-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγὼ
  κείνη ποὺ θὰ τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!

Καὶ τὰ ρεῦμα τὸ γοργὸ
  σκύβ᾿ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ,
Μά, σὰν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δὰ
  τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του
τὰ φυλλάκια της μαδᾷ
  τὰ κατρακυλᾷ μαζύ του.

Τώρα στέκει μαδητή,
  στέκει στέλεχος μονάχο!
Διατί, ἄχ! διατὶ
  ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!
 ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ  (1943)  Οδυσσέας Ελύτης 
Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές

Ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο

Άπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

 Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μοβ τρεις μέρες πάνω απ’ τους καταρράχτες. 
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ.(Οδ.Εύτης)


Στα χαλασματα καρφωσε μια * παπαρουνα που λαμπει !Ελύτης, Αξιον Εστί

Επίλογος (Φυσάει, Τάσος Λειβαδίτης)

Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
μια μικρή ανεμώνη
Έτσι ξέχασα να ζήσω.

ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ-Κική Δημουλά

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.
 “Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας…
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει…
Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε…
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι… Τι απερισκεψία κι αυτή! 
Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες…
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν… Αν…
Αν ήταν όλα… αλλιώς!
Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;”(Αλκυόνη Παπαδάκη)
 

Μπόρα Του Μάη-Ρώμος Φιλύρας

Μέσα στον Μάη αλάλαζεν ο θρίαμβος του χειμώνα
και της βροχής το σύθαμπον εβρόντα ο κεραυνός
και το χαλάζι μάραινε τη τροφαντή ανεμώνα
και τα μπουμπούκια π' άνοιγαν ματάκια προς το φως.

A woman in a red Dress in a Garden with Poppies, 1914
-Καίτη Δρόσου: «ΚΟΚΚΙΝΟ φόρεμα φορώ/ και καίγονται τα σύννεφα
και στα χωράφια σεργιανώ/ και καίω τις παπαρούνες»!

Δεν θέλω πια παρά να ζω έτσι όπως ένα δέντρο,
οπού θροΐζει ανάλαφρα σε πρωινό του Απρίλη
μεσ σ' ένα κάμπο ειρηνικό, γεμάτον φως γαλάζιο
και παπαρούνες κόκκινες και άσπρο χαμομήλι.                                                  Κώστας Ουράνης

Πίστη (Κλείτος Κύρου)

Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμαστε όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη.

Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε
Τις κατάμαυρες νύχτες
Κλεισμένοι στα σπίτια μας
Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους
Να τρυπανίζουν την παρθένα ερημιά
Και τ’ άγουρα παλικάρια.
Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο
Τραγουδούσαν έχε γεια καημένε κόσμε
Και πασπαλίζαν τα πρόσωπά μας
Οι στάχτες της καμένης Κλεισούρας
Και οι οιμωγές του Χορτιάτη
Και χαρίζαμε τις ελπίδες μας
Στους αξούριστους άντρες
Που με τα κοντάκια τους χτίζαν τη λευτεριά
Και γράφαμε τότε την παράφορη οργή μας στους τοίχους

Έτσι
Ο ήλιος φαινόταν άρρωστος
Τα μικρά παιδιά δεν γελούσαν
Οι φάμπρικες στέκαν θλιμμένες
Όμως εμείς ξέραμε καλά
Πως θα έφτανε η μέρα εκείνη
Που ελεύθερες θα σάλευαν οι παπαρούνες στον άνεμο.

Τίποτε πιο απλό απ’ το να σε μαγεύουν. Είναι από τα πιο παλιά τεχνάσματα της γης και της άνοιξης: οι ανεμώνες. 

 Είναι κατά κάποιο τρόπο αναπάντεχες. Ξεπετάγονται μεσ’ απ’ το περσινό θρόϊσμα σε παραμελημένα μέρη, όπου ποτέ δεν πέφτει το βλέμμα σου. 

Φλέγονται και αιωρούνται, πράγματι αιωρούνται, εξ αιτίας του χρώματος. 

Το έντονο μενεξεδί και μπλε χρώμα τους δεν έχει κανένα βάρος τώρα. Εδώ βασιλεύει έκσταση, αλλά χαμηλών τόνων. Ανεμώνες (του ποιητή Τούμας Τρανστρέμερ

 

Ἓν ἄνθος-Κωστής Παλαμάς (απόσπασμα)

Καὶ στὴν Ἀκρόπολη, στὸ βράχο
τὸν Ἱερὸ
ἓν ἄνθος φύτρωσε μονάχο
χλωρὸ χλωρό.


Ἓν ἄνθος ὅμοιο μὲ ἀνεμώνη
περαστική,
ἀθώρητο σ᾿ ὅποιον σιμώνει
στὰ ὕψη ἐκεῖ.


Τὰ μάτια ἀνοίγοντ᾿ ἐκεῖ πέρα
καθὼς βρεθοῦν,
καὶ μὲ τὸν ξάστερον αἰθέρα
σμίγουν, μεθοῦν.


Ἐκεῖ θαμπώνουνε τὰ μάτια
σκόρπια μπροστὰ
καμένα λείψανα, κομμάτια
λαχταριστά.


Κ᾿ ἡ φαντασία ἀμέσως βλέπει
ἡ μαγικὴ
γυμνὴ καὶ δίχως καμιὰ σκέπη
ἀπάνου ἐκεῖ

τὴν Ὀμορφιά, ποὺ τρισμεγάλη,
παντοτεινή,
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ μάρμαρο προβάλλει
καὶ δὲν πονεῖ.


Καὶ στὴν Ἀκρόπολη, στὸ βράχο
τὸν Ἱερὸ
ξανοίγω τἄνθος τὸ μοναχὸ
καὶ τὸ ρωτῶ:
- Ἄνθος, ποὺ μοιάζεις μὲ ἀνεμώνη
περαστική,
ποιὰ μοίρα σ᾿ ἔρριξε ἐδῶ, μόνη
καὶ φτωχική; 

                                        Της παπαρούνας τον ανθό
Να μην τον εμυρίσεις
Γιατί σε μένα μάτια μου
Μια μέρα θα γυρίσεις

Να μου γυρέψεις τη φωτιά
Και του τρελού το χάδι
Πάντα ζητούσες τα φιλιά
Που αφήνουνε σημάδι




Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.(Γ.Σεφέρης)

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη,

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας

Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε στάχτη.
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας.
Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.(Γ.Σεφέρης).

epifaneia

Η “Άρνηση” είναι ένα από τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη που μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι το 1960 και ηχογραφήθηκε τον Φεβρουάριο του 1962, με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση για τον δίσκο “Επιφάνια”. 
 Η μελωδία του Μίκη, το μπουζούκι του Κώστα Παπαδόπουλου και του Λάκη Καρνέζη, και φυσικά η φωνή του Γρηγόρη, βοήθησαν τους στίχους του ποιητή να φτάσουν εύκολα και ευχάριστα στα αυτιά, στα χείλη και στις καρδιές των ελλήνων.
 Με την μελοποίηση όμως αυτή, το ποίημα του Σεφέρη έχασε 2 πράγματα.
Πρώτον, έχασε οριστικά τον τίτλο του. Αν εξαιρέσουμε τους φιλολογούντες και τους φιλολόγους, όλοι οι υπόλοιποι όταν αναφέρονται σ’ αυτό, χρησιμοποιούν ως τίτλο τις πρώτες λέξεις του ποιήματος “Στο περιγιάλι το κρυφό” ή και σκέτα “Το περιγιάλι”. 
Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς το γιατί. Σ’ ένα λαϊκό τραγούδι όπως αυτό, ο τίτλος “άρνηση” θα ηχούσε παράταιρα.
Το δεύτερο πράγμα, που έχασε η “άρνηση” κατά την μελοποίησή της ήταν μια άνω τελεία, για την οποία έγινε πολύς λόγος.
 Αν δεν υπήρχε το περίφημο κόμμα στον διφορούμενο χρησμό της Πυθίας (“ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω”), αυτή η άνω τελεία θα ήταν το πιο πολυσυζητημένο σημείο στίξης της ελληνικής γραμματείας.
 Προσέξτε την τρίτη στροφή από τους στίχους της “Άρνησης”.
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
Με την μελοποίηση όμως, η παύση που επιβάλει αυτή η άνω τελεία καταργήθηκε για τις ανάγκες του ρυθμού και της μελωδίας.
 Ο ίδιος ο Θεοδωράκης γράφει αναφερόμενος στον δίσκο του “Επιφάνια” και στις περιπέτειες της άνω τελείας:
Ηθελα τα «Επιφάνια» -ακριβώς γιατί ο στίχος ήταν τόσο διανοουμενίστικος- να τα περάσω σε όσο το δυνατόν πιο πλατύ κοινό με λαϊκό μουσικό ένδυμα.
Άλλωστε αυτή ήταν η πρώτη φορά που ελεύθερος στίχος φιλοδοξούσε να γίνει απλό λαϊκό τραγούδι. Να συντροφεύει δηλαδή τον κοσμάκη παντού. Στο γιαπί, στην ταβέρνα, στην εκδρομή, στην παρέα.
Όταν ηχογραφούσαμε, λέω στον Μπιθικώτση «πρόσεξε την άνω τελεία. Εκεί που λες πήραμε τη ζωή μας, βάλε παύση πριν πεις λάθος». Στα αυτιά μου είχα την προτροπή – παράκληση του ποιητή: «Την άνω τελεία! Την άνω τελεία!

Αλλιώτικα μου αντιστρέφεις το νόημα». Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη, με αποτέλεσμα να ακουστεί η λέξη «λάθος» κολλητά στο «πήραμε τη ζωή μας», δίνοντας αντίθετο νόημα στο ποίημα.
Όμως πόσο κατανοητό ήταν για το λαό, που ποιος λίγο, ποιος πολύ, είχε πάρει τη ζωή του λάθος…
Και μπορεί οι στίχοι να έχασαν μια άνω τελεία, το τραγούδι όμως γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Παρά τα 45 του χρόνια που κουβαλάει στις πλάτες του, τραγουδιέται ακόμα και διατηρεί την φρεσκάδα της πρώτης ηχογράφησής του:

Η επιτυχία μάλιστα αυτή και η ανταπόκριση που είχε στον κόσμο το τραγούδι, έκανε τον ποιητή να νιώσει σαν μικρό παιδί, λησμονώντας την απώλεια της άνω τελείας του.
Το καλοκαίρι του 1962 ο Σεφέρης θέλησε να διαπιστώσει “ιδίοις όμμασι” πώς ο κόσμος τραγουδάει την ποίησή του. Ο Σεφέρης πήρε “αγκαζέ” τον Μίκη και τον Γ. Π. Σαββίδη και τριγυρνούσαν στις ταβέρνες της Πλάκας για να ακούσει το
“Περιγιάλι το κρυφό”. Γράφει σχετικά ο Μίκης: «Ποτέ ίσως ένας Σεφέρης δεν είχε γίνει σαν μικρό παιδί. Γελούσε, έλαμπε ολόκληρος από ευτυχία, και νομίζω πως εκείνη τη βραδιά επέτρεψε στην τόσο αυστηρή του καρδιά να με αγαπήσει. Στο μέτρο φυσικά του επιτρεπτού για ένα διπλωμάτη».

Πάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη αχτίνα

«Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:
«Κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».
Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς
στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου
ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν
στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου
ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο
ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει
ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη
τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου
γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

Μπιθικώτσης -Θεοδωράκης (1962)
Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.
16 Μαρτ. ῾39

 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ
Στὸ μεταξὺ πολλὲς φορὲς μοῦ φαίνεται πὼς εἶναι πιὸ καλὰ νὰ κοιμηθεῖς
παρὰ νὰ βρίσκεσαι ἔτσι
χωρὶς σύντροφο καὶ νὰ ἐπιμένεις τόσο.
Καὶ τί νὰ κάνεις μέσα στὴν ἀναμονή, καὶ τί νὰ πεῖς;
Δὲν ξέρω. Κι οἱ ποιητὲς τί χρειάζονται σ᾿ ἕνα μικρόψυχο καιρό;
Η Λυπημένη:Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης

Mουσική:Νίκος Πλάτανος-Ερμηνεία:Mελίνα Κανά

Στην πέτρα της υπομονής
Κάθισες προς το βράδυ
Με του ματιού σου το μαυράδι
Δείχνοντας πως πονείς

Κι είχες στα χείλια τη γραμμή
Που είναι γυμνή και τρέμει
Σαν την ψυχή γίνεται ανέμη
Και δέουνται οι λυγμοί

Κι είχες στο νου σου το σκοπό
Που ξεκινά το δάκρυ
Κι ήσουν κορμί που από την άκρη
Γυρίζει στον καρπό

Μα της καρδιάς σου ο Σπαραγμός
Δε βόγκηξε κι εγίνει
Το νόημα που στον κόσμο δίνει
Έναστρος ουρανός



Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Η επανάσταση και ο έρωτας έχουν ίδιο δυνατό χρώμα, κόκκινο..

Τα τριαντάφυλλα και τα σπαθιά
τάχτηκαν για το κόκκινο.
Κι η μνήμη 
για να φιλάει τα σύνορα.(Mιχάλης Γκανάς)

Τάσος ΛειβαδίτηςΉταν τότε που πίστεψα πως η Επανάσταση κι ο Έρωτας έχουν το ίδιο δυνατό κόκκινο χρώμα. Με τα μάτια μου ξεχειλισμένα στα δάκρυα ...

Τάσος Λειβαδίτης
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
-Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ: «Γυμνό Σώμα»(απόσπασμα)

Είπε:

ψηφίζω το γαλάζιο.

Εγώ το κόκκινο.
Κ’ εγώ.

Το σώμα σου ωραίο.

Το σώμα σου απέραντο
Χάθηκα στο απέραντο.

Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κ’ εγώ.
Το σώμα σου ωραίο.
Το σώμα σου απέραντο
Χάθηκα στο απέραντο.
Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
- See more at: http://www.egriechen.info/2014/07/giannis-ritsos-ta-erotika.html#sthash.yRydue2h.dpuf
Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κ’ εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.
- See more at: http://www.egriechen.info/2014/07/giannis-ritsos-ta-erotika.html#sthash.yRydue2h.dpuf
-Τεντ Χιουζ: «Κόκκινο ήταν το χρώμα σου.…
Η βελούδινη μακριά σου φούστα, ένας
 αιμάτινος επίδεσμος…
Το δωμάτιό μας ήταν κόκκινο…
Κι έξω απ’ το παράθυρο
παπαρούνες ντελικάτες κι εύθραυστες…
Τα χείλη σου ένα βαμμένο, βαθύ κόκκινο…
Οτιδήποτε έβαφες, το έβαφες λευκό
κι ύστερα το ‘πνιγες στα τριαντάφυλλα…
τριαντάφυλλα που έκλαιγαν,
ακόμα περισσότερα τριαντάφυλλα
και μερικές φορές, ανάμεσά τους, ένα μικρό γαλαζοπούλι.»

Κόκκινο ποίημα (Γιώργος Δουατζής)

Στάζανε οι λέξεις κάτι κόκκινο
αίμα, χρώμα
κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις
και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο


αλλά κι αν ήτανε κρασί
κόκκινο, κατακόκκινο
και μεθυσμένο το ποίημα
αιμόφυρτο θα έδειχνε

σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο
που σκουριασμένο στο υπόγειο
ανακαλεί μνήμες δεκαετιών
κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα
με ματωμένες αταξίες

Η Ποίηση είναι, μην ανησυχείς
φεύγει μόνο με αποδόμηση κυττάρων
κι ίσως με τη σιωπή της γνώσης
κάνει τα όνειρα αληθινά
κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα

Γιώργος Δουατζής, Τα κόκκινα παπούτσια


Κόκκινα πόθου πάθους

Κόκκινα επιθυμίας αμαρτίας

Κόκκινα έντασης φευγιού

Κόκκινα ματωμένης αγκαλιάς

Κόκκινα ολέθρια κόκκινα

Παπούτσια κόκκινα

Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως,
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως,
μέσα στο φως, με χρώματα και χειρονομίες,
ανθρώπων που αγαπήσαμε, που αγαπήσαμε.(Γ.Σεφέρης)
Artist Mark Arian

  Ερωτικό Κείμενο, Αλκυόνη Παπαδάκη

Ήταν καλά κρυμμένοι ανάμεσα στις πυκνές καλαμιές. Ούτε αστέρια δεν τους έβλεπαν.
Μόνο αν περνούσε κανένα νυχτοπούλι, θα πλήγωνε με τη φτερούγα του την ανάσα του έρωτα τους.
Δεν μιλούσαν.
Δεν είχαν να πουν λόγια αγάπης ούτε να δώσουν όρκους αφοσίωσης. 

Το πάθος μιλάει με την αφή.
Αυτή ανάβει χίλιες πυρκαγιές και κάνει στάχτες τα κορμιά.
Ύστερα, πάνω στις στάχτες και στ’ αποκαΐδια, κάνει βόλτες και σκαλίζει την ψυχή.
Σκαλίζει ήλιους τα μεσάνυχτα και κόκκινα φεγγάρια τα καταμεσήμερα.
Σκαλίζει… κι ονειρεύεται…
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Οι κάργιες”της Αλκυόνης Παπαδάκη



Έτσι πολύ ατένισα-Κ.Π.Καβάφης 
Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.
Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου .... μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα ....


Κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου… 
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
το γλυκό σου μάτι,

και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
στο κορμί μου γύρω γύρω
κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου,
γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
γλυκά λόγια σαν τα μύρα,
κι ήταν άσπρό το κρεβάτι μας
κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα
Κι έτσι, τη γλυκάδα σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια

κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι.



Το
κόκκινο στην ποίση του Οδ.Ελύτη (παραθέματα)


Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες

Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο

Κι οι κόρες των  ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-

μαιρας

Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!

Που είναι η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου

Στο κοκκινόχωμα όπου  έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω

Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές  όπου  οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-σμαρίνια.

” Έτσι συχνά όταν μιλάω για τον ήλιο

μπερδεύεται στη γλώσσα μου ένα

Μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο.

Αλλά δε μου είναι βολετό να σωπάσω… “



Ήλιος ο ηλιάτορας"

Τι να σας πω γυναίκες  τι να μη σας πω

    παρηγοριά κι αλήθεια που να μην ντραπώ


Μόνο να σας ακούω πότε θλίβομαι
    πιάνω τα σκοτεινά στα νέφη κρύβομαι

Πότε μα το Θεό περηφανεύομαι
    βάζω τα κόκκινα μου και πορεύομαι




Artist Mark Arian


Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη

Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες...
Προσανατολισμοί -Οδ.Ελύτης 
Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες

Μαβιές

Κόκκινες

Κίτρινες

Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή.

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης(αποσπάσματα)

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Το Μονόγραμμα (απόσπασμα)
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό. Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο. Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος. ΙΙΙ.

Aιχμαλωσία-Τάσος Λειβαδίτης 

Παρ' όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ' έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ' ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ' ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ώς τη λαιμητόμο ή έστω ώς το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ' έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ' την πόρτα ένα τσεκούρι.
    Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας.

Τάσος Λειβαδίτης: η επανάσταση και ο έρωτας έχουν ίδιο δυνατό  χρώμα, κόκκινο..

ΕΚΣΤΑΣΙΣ-Κική Δημουλά

Τὸ μικρό μου παιδὶ
σοβαρὴ ἀταξία ἔκανε πάλι.
Στὸ πεζούλι τοῦ σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε μὲ τὸ χέρι του
τὸ κρεμασμένο
στὸν τοῖχο τ᾿ οὐρανοῦ
κόκκινο πιάτο,
κι ἔχυσε ὅλο τὸ φῶς ἐπάνω του.

Ὁ Θεὸς ἀπόρησε
ποὺ εἶδε τὸν ἥλιο
ντυμένο ροῦχα παιδικὰ
νὰ κατεβαίνει τρέχοντας
τῆς φαντασίας μου τὴ σκάλα
καὶ νά ῾ρχεται σὲ μένα.
Κι ἐγὼ κάθομαι τώρα
καὶ μαλώνω αὐστηρὰ
τὸ μικρό μου παιδὶ
ἐνῶ κλέβω κρυφὰ
τὸν χυμένο ἐπάνω του ἥλιο.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...