Translate

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Νίκος Καββαδίας -''Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό''

Όταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθό
και προσκυνάω για κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,
πες μου, στην άγια πίστη σου, πώς να προσευχηθώ;
σε ποιον να ξομολογηθώ και πού να μεταλάβω;
Η ποίηση, είναι μια γλώσσα συγκινησιακή
Το συναίσθημα που αποπνέει είναι ανεξάρτητο απο τις λέξεις
Αυτό συμβαίνει στο έπακρον με την ποίηση του Νίκου Καββαδία!
Ο ποιητής της Θάλασσας των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, είναι ίσως ο μόνος που αξίζει τον χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στήν ποίησή του.
Μιλάει πάντα γιά τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια, με την γλώσσα των καραβιών αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του.
Ο Ερωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας την σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του, και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, τον κάνει να ξεχάσει τις άγνωστες λέξεις και τους ναυτικούς όρους  και να συνεπαρθεί απόλυτα από την αλήθεια του Λόγου του Ποιητή.
Νίκος Καββαδίας
Μαζί του ταξιδέψαμε πέρα απ' τις γραμμές των οριζόντων!
Χορέψαμε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Βιράραμε για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρη, τ' Αλγέρι και το Σφάξ. 
Πήραμε πορεία ανάστροφη στα νερά του  Ινδικού
χωρίς ανεμολόγιο,  με οδηγό τον  αστρολάβο.
Με τ' άστρο της Ανατολής, τ'άστρο της   τραμουντάνας, καβατζάραμε τα όρτσα του καιρού.
 Καλάραμε καρτίνι  με καρτίνι  μη μας φουντάρει το Καραντί.
Ορθοπλωρίσαμε όρτσα, σταθήκαμε ώρες  πολλές στο παραπέτο,
αγαντάραμε,  αρμενίσαμε πρίμα, πλώρα.
Μα, πάνω απ' όλα...''Μεταλάβαμε νερό θαλασσινό''(Μαρία Λαμπράκη)

Φάτα Μοργκάνα, η : βρ.μυθ.Morgan LeFay,ιταλ. Fata Morgana : η διεστραμμένη μάγισσα αδελφή του βασιληά Αρθούρου, στην ιστορία των Ιππότων της στρογγυλής τραπέζης : μτφ. αντικατοπτρισμός στην επιφάνεια της θάλασσας , όταν το στρώμα του αέρα πάνω από το νερό είναι πιό ψυχρό απ' ότι στα ψηλότερα στρώματα.
 Ο ίδιος ο Ν. Καββαδίας λέει ''....συμβαίνει στης Σικελίας το στενό ή στη Νάπολη απ' έξω  νύχτα τρεις η ώρα  και παρουσιάζει τρείς γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Βαστάει ένα δύο λεπτά κι ύστερα χάνεται...''
Με την ποίηση του Νίκου Καββαδία,η δική μας στεριά αντάμωσε τις θάλασσες.
Όπως έλεγε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης«πλησιάζοντας τον πόνο με χιούμορ, καταφέραμε να επιζήσουμε στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. 
Μόνο εμείς, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί εξασφαλίζαμε με αυτόν τον τρόπο τις μικρές απολαύσεις της στιγμής. Εκτός από τους μεσογειακούς λαούς, αμφιβάλλω, αν άλλοι μπορούν να το κάνουν».
 Κι αυτό, ο Καββαδίας το ήξερε. Κι εγώ αισθάνομαι ότι ξέρω τον Καββαδία, ίσως καλύτερα από τους φίλους του και θεωρώ ότι είναι σημαντικό να γνωρίζεις έναν άνθρωπο μέσα από το έργο του.
Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Από το τελευταίο ταξίδι του επέστρεψε το Δεκέμβριο του 1974 και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής του, την οποία όμως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη.
Πέθανε ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο Τραβέρσο, κάτι που δεν έγινε…
''
Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.''

Όταν πέθανε ο Νίκος Καββαδίας, σύντροφοί του ναυτικοί είπαν στην κηδεία του: 
«Αγαπημένε μας , σύντροφε ποιητή! 
Ο χτεσινός άνεμος  έφερε σε μας τους ναυτικούς το πιο θλιβερό ραπόρτο ... Το φορτηγό που περίμενες να σε πάρει , καθυστέρησε. 
Είναι τραβερσωμένο καταμεσίς του Ωκεανού, ζωσμένο στο πούσι. 
Στα ποστάλια τέλειωσαν τα ματσακονίσματα , οι ναύτες κρεμασμένοι στις σκαλωσιές βάφουν τις άγκυρες , τραγουδώντας τα δικά σου τραγούδια. 

Οι καπετάνιοι δοκιμάζουν τη μπουρού. Το σερβέι σε λίγο τελειώνει ... Ένας μαρκόνης ανήσυχος, χθες αργά έστειλε το ραπόρτο στ΄ αγαπημένα σου μαραμπού να μη γρυλίζουν πια.
«Αν ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική , εμείς , δε βρήκαμε τη δικιά μας ήπειρο να ξεμπαρκάρουμε ...» μας έλεγες. Μα εσύ τι βρήκες; Ποιο τσακισμένο καραβοφάναρο σε πέταξε σ΄ αυτές εδώ τις στεριές;

Πες μας αν είναι αυτό το λιμάνι πού άθελά σου φουντάρισες , ετοίμασε και για μας ένα ντοκ να δέσουμε πρυμάτσα ...
Ο Μάρτης! Αχ αυτός ο Μάρτης! Ξαναγεννιόσουν κάθε Μάρτη! άργησε φέτος, όπως άργησε και το φορτηγό που θα αποχαιρετούσες τους γνωστούς απ' όλα τα λιμάνια του κόσμου ... Όλα άργησαν για σένα φέτος. Μονάχα εσύ βιάστηκες για το ταξίδι το αλαργινό.

Αγαπημένε μας ποιητή , καλό ταξίδι. Δεν κουνάμε τα μαντίλια μας. Αυτό είναι για αταξίδευτους στεριανούς. Εμείς τα δικά μας τα πλέξαμε σαλαμάστρα και θα δέσουμε τις καινούργιες παντιέρες στα ξάρτια , τις παντιέρες που στο κέντρο τους θα 'χουν την γαλάζια σου ζωγραφιά.

Αδελφέ μας ποιητή! Ξεκουράσου στην τελευταία σου κουκέτα , στην πιο μικρή καμπίνα που γνώρισε ποτέ ναυτικός ... Εμείς θα πάμε για σκάντζα βάρδια. Ένα καράβι , που πλέει αλάργα χωμένο στο πούσι, αν βρει την ρότα του θα μας πάρει.
Για κατευόδιο , εμείς οι ναυτεργάτες σύντροφοί σου, σου αφήνουμε λίγο φιλτραρισμένο , από τα μάτια μας , θαλασσινό νερό. Είναι μαζεμένο απ' της θάλασσας τον καθάριο βυθό.... Γεια σου».

[Ο επικήδειος εκφωνήθηκε από το ναυτεργάτη φίλο του Καββαδία, Χρήστο Παντελίδη, ο οποίος ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα, όταν έφηβος πρωτοδιάβασε το "Μαραμπού".]
Φωτογραφικό υλικό, πληροφορίες για τη 

ζωή και το έργο του Νίκου Καββαδία /εδώ  http://kavvadias.ekebi.gr/
Τα ''θαλασσόβρεχτα ''τραγούδια
O Νίκος Καββαδίας,πρέπει να είναι ο ποιητής που μελοποιήθηκε περισσότερο απ’ όλους αναλογικά με το συνολικό μέγεθος του ποιητικού του έργου.
Από τα συνολικά 52 ποιήματα που έχουν δημοσιοποιηθεί έχουν μελοποιηθεί τα 28 (πολλά όπως το «Πούσι», η «Αρμίδα», το «Καραντί» κ.ά έχουν μελοποιηθεί και περισσότερες από μία φορές)
 Αν και πρώτος ήταν ο Γιάννης Σπανός αυτός που μελοποίησε στίχους του Νίκου Καββαδία, εκείνος που έχει συνδέσει το όνομά του με αυτό του ποιητή, όσον αφορά τις μελοποιήσεις, είναι ο Θάνος Μικρούτσικος.
Άλλωστε ήταν αυτός που μελοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του μαρκόνη ποιητή.

Πολλοί ίσως να μην γνωρίζουν ότι αυτός που τραγούδησε πρώτος το μελοποιημένο “Καραντί” του Θάνου Μικρούτσικου ήταν ο Κώστας Θωμαΐδης το 1986 σε δίσκο 78 στροφών.

Αξιολογότατη και εντελώς διαφορετική ήταν η προσέγγιση της Μαρίζας Κωχ στους στίχους του Κόλια (όπως τον έλεγαν οι φίλοι του).

Επίσης, η ποίηση του ασυρματιστή ήταν η αιτία δημιουργίας ενός συγκροτήματος εκ Ναυπλίου ορμόμενο, τους Ξέμπαρκους.
Ουσιαστικά μιλάμε για ένα ντουέτο που κατέθεσε μια και μοναδική δουλειά και μετά διαλύθηκε. Η δουλειά αυτή ήταν πάνω σε στίχους του Νίκου Καββαδία και δεν είχε καμία σχέση με τις προηγούμενες και με τις επόμενες μελοποιήσεις.

Όλες οι υπόλοιπες μελοποιήσεις είναι σκόρπιες σε διάφορους δίσκους και από διάφορους καλλιτέχνες. Επίσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι σε πολλά τραγούδια έχουν κοπεί τετράστιχα από ποιήματα και έχει αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό η στίξη που βοηθάει για την καλύτερη κατανόηση των ποιημάτων.
Παρακάτω παρατίθενται οι μελοποιήσεις με χρονολογική σειρά.
Ο Γ.Σπανός είναι ο πρώτος συνθέτης που μελοποιεί ποίημα του Νίκου Καββαδία (1975) Το τραγούδι  («Ιδανικός κι ανάξιος εραστής»), ανοίγει  έτσι το δρόμο για την πλατιά αναγνώριση του ποιητή ερμηνευμένο εξαιρετικά απο τoν Κώστα Καράλη.
Το εξώφυλλο είναι έργο της Αρλέτας.

1977 Η Μαρίζα Κωχ μελοποίησε και
 τραγούδησε Καββαδία στο δίσκο Μαρίζα Κωχ
 που κυκλοφόρησε από τη CBS (Sony).
 Περιλαμβάνει οκτώ ποιήματα: Φάτα
 Μοργκάνα, Πούσι, Αρμίδα, Μουσώνας,
 Σταυρός του Νότου, Θεσσαλονίκη ΙΙ
 Νανούρισμα για μωρά και για γέρους,
 Μαραμπού. Αυτό που ακούγεται μέχρι και
 σήμερα κατά κόρον είναι η Φάτα Μοργκάνα

Το 1979  εκδίδεται από τη δισκογραφική
 εταιρία LYRA-Ο "Σταυρός του Νότου'
 Πρόκειται για μια έκδοση ιδιαίτερα
φροντισμένη για την εποχή της, με εξώφυλλο
 

του Αλέκου Φασιανού, φωτογραφίες των
 δημιουργών και ερμηνευτών, κατάλογο με
 τα τραγούδια και τους μουσικούς καθώς και
 παράθεση των στίχων των ποιημάτων του Ν.
 Καββαδία που ακούγονται στο δίσκο.

Τα  τραγούδια ερμηνεύουν οι τραγουδιστές:
Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή και Βασίλης
 Παπακωνσταντίνου.
 

"Μου συνέβη μάλιστα το εξής παράδοξο:
 (αναφέρει ο Θ.Μ),ανεξάρτητα από το πόσο
 έχω ή δεν έχω εμπνεύσεις, συνήθως τα
 πράγματα που κάνω απαιτούν αρκετό χρόνο
 για να γραφτούν...

Με τον Καββαδία έγινε το
 αντίθετο. Καθόμουνα τα βράδια και, σαν
 στιγμές έμπνευσης, βγαίναν ένα-ένα τα
 τραγούδια πάρα πολύ εύκολα...". 
1984 O Λάκης Παπαδόπουλος παίρνει
 σειρά με το δίσκο Περίπου, ο οποίος
 κυκλοφορεί από τη Lyra. Στο δίσκο αυτό η
Αρλέτα (Νικολέτα Τσάπρα) τραγουδάει δύο
 ποιήματα του Καββαδία: το William George
Allumκαι το Black and White.

1986 Κυκλοφόρησε ο δίσκος Νίκος Καββαδίας
 S/S Ionion 1934 από τη δισκογραφική εταιρία

 Minos. 
Ο δίσκος αυτός ήταν και η αιτία 
δημιουργίας του ντουέτου Ξέμπαρκοι.
 Περιλαμβάν ει έντεκα ποιήματα μελοποιημένα
 και τραγουδισμένα από τους Ηλία Αριώτη και
 Νότη Χασάπη. Εκείνη που τους παρουσίασε
 ήταν η Δήμητρα Γαλάνη, η οποία μάλιστα
 ερμήνευσε στο δίσκο με μοναδικό τρόπο
 τοΓράμμα ενός αρρώστου. 

Την ίδια χρονιά πρωτοπαρουσιάστηκε στο δίσκο 
Η Αγάπη Είναι Ζάλη με τη Χαρούλα Αλεξίου το μελοποιημένο ''Οι εφτά νάνοι στο s/s Cyrenia''.
1987 Οι αδερφοί Κατσιμίχα στο δίσκο με
 τίτλο Όταν Σου Λέω Πορτοκάλι Να Βγαίνεις
 μελοποιούν τη μαϊμού του ινδικού λιμανιού. 
1989 Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης μελοποιεί
 το Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμα νουήλ
 ως Γράμμα σ’ έναν ποιητή στο δίσκο
 Ακροβάτης

«Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει...»
Ο Καίσαρας Εμμανουήλ(ποιητής) είχε γράψει σε ποίημά του τον εξής στίχο: ¨Φαίνεται πια πως τίποτα...τίποτα δεν μας σώζει¨. Στην ουσία το ποίημα του Ν.Κ γράφτηκε προς απάντηση του.
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη.
Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά.
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα’ κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιο τρόπο που, ως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτήτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…

Ένα καράβι, που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.
Μιά μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι’ οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιό απομακρυσμένες
κι’ εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
γιά τους αστερισμούς ή γιά τα κύματα
γιά τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ’ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι’ ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει.
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουϊσκυ.

Και μιά γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
– μιά γριά σ’ ένα πολύβουο καφενείο –
μιά αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι’ ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μιά βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιάς Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δήτε – ίσως – τη Γκρέτα να επιστρέψει. Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι’ από πεζό χωμάτινο ένα μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικώτερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντας τα να με οικτείρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ‘τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθήτε.
Κι’ όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθήτε.
Δώδεκα χρόνια μετὰ τὸ δίσκο «Σταυρὸς τοῦ Νότου», ὁ νέος δίσκος τοῦ Θάνου Μικρούτσικου «Γραμμὲς τῶν Ὁριζόντων» σὲ ποίηση τοῦ Νίκου Καββαδία, δὲν ἀποτελεῖ οὔτε μία ἐπανέκδοση ἐκείνων τῶν τραγουδιῶν, οὔτε μία «συμπληρωματικὴ ἔκδοσή τους» οὔτε μία ἐνορχηστρωτικὴ ἀνανέωσή τους. 
Στὶς «Γραμμὲς τῶν Ὁριζόντων» ἀποτυπώνεται, μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο, ὁ βαθύτερος δεσμὸς ποὺ συνδέει τὸν Μικρούτσικο μὲ τὴν ποίηση Καββαδία, μία ἐσωτερικὴ σχέση ποὺ ὑπερβαίνει τὴν, συνήθως, μονόδρομη καὶ παραδοσιακὴ σχέση συνθέτη καὶ ὑλικοῦ πρὸς μελοποίηση.





    Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

    Ο Γλάρος Ιωνάθαν -Ρίτσαρντ Μπάχ.


    Αφιερωμένο, σε όσους χαράζουν τις διαδρομές τους , πάνω στο χάρτη των ονείρων και της καρδιάς τους,  πέρα απο τα ορόσημα και τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη.
    Αρμενίζουν τις θάλασσες της ζωής, με ξεναγό την ψυχή εκεί που το αδύνατο φαντάζει δυνατό, το ανέφικτο, εφικτό, με την πυξίδα στραμμένη στο μέρος της καρδιάς.
    Ακολουθούν τις γραμμές ενός ορίζοντα,αψηφώντας τα σημάδια ενός προδιαγεγραμμένου τέλους.
    Αφήνονται στο κύμα , δεν κυνηγούν χίμαιρες, μόνο την πορεία των γλάρων, σαν μια μοίρα αλήτισσα δεμένη στου χρόνου το κατάρτι.{Mαρία    Λαμπράκη}
    To the real Jonathan Seagull,
    who lives within us all.


    Στoν πραγματικὸ Γλάρο Ἰωνάθαν,
    που ζει στον καθένα μας.


    Αποσπάσματα απο το βιβλίο-Ο Γλάρος Ιωνάθαν -Ρίτσαρντ Μπάχ.
    «Γιατί Ἴων, γιατί;» ρωτοῦσε ἡ μάνα του. «Γιατί εἶναι τόσο δύσκολο, Ἴων, νὰ εἶσαι ὅπως ὅλα τ᾿ ἄλλα πουλιὰ στὸ σμῆνος;
     Γιατί δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀφήσεις τὸ χαμηλὸ πέταγμα στοὺς ἄλμπατρος, στοὺς πελεκάνους; Γιατί δὲν τρῷς; Γιόκα μου, εἶσαι φτερὸ καὶ κόκαλο!»
    «Μάνα, δὲ μὲ πειράζει νἆμαι φτερὸ καὶ κόκαλο. Θέλω μόνο νὰ ξέρω τί μπορῶ καὶ τί δὲ μπορῶ νὰ κατορθώσω στὸν ἀέρα. Τίποτ᾿ ἄλλο. Θέλω νὰ ξέρω».
    Ὅταν μάθουν, σκέφτηκε, τὴν Κατάκτηση θὰ ξετρελαθοῦν ἀπὸ χαρά.
     Πόσο πιὸ πλούσια γίνεται τώρα ἡ ζωή μας! Ἀντὶ γιὰ τὸ μονότονο κοπιαστικὸ πήγαινε κι᾿ ἔλα στὶς ψαρόβαρκες, ὑπάρχει ἕνα νόημα στὴ ζωή!
     Μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τὴν ἄγνοια, μποροῦμε ν᾿ ἀναγνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν ὄντα ξεχωριστά, ἔξυπνα καὶ ἐπιδέξια.Μποροῦμε νὰ εἴμαστε λεύτεροι! Μποροῦμε νὰ μάθουμε νὰ πετοῦμε!


    "Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει σε τι ύψη μπορείτε να πετάξετε. Ούτε και εσείς οι ίδιοι δεν θα το ξέρετε, προτού ανοίξετε τα φτερά σας." -Τζον Μέισον-

    ''Μάχη στην άκρη της Νύχτας'' -Τάσος Λειβαδίτης

    πίνακας ζωγραφικής

    painter-Coiocaru Elena

    ''Μάχη στην άκρη της Νύχτας''
    Η πρώτη ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη 1952 φέρει τον τίτλο ''Μάχη στην άκρη της Νύχτας''

    (απόσπασμα του έργου του)

     .πως θα ξαναπιστέψουμε στον κόσμο
    τί ώρα να ναι;

    ...ας το μαρτυρήσει όποιος σωθεί..

    Δώσ' μου το ΄χερι σου 

    ...πικρή νύχτα
    σαν την αδικία πικρή.

      ...ο ουρανός απόψε είναι τυφλός.
    δωσ'μου το χέρι σου.

    ...πικρή νύχτα
    σαν την ταπείνωση μικρή. 

    Για να ζήσουμε
    πρέπει ν' αρνηθούμε
    πως είναι νύχτα
    ν' αρνηθούμε
    πως θα ξημερώσει.

    Τι νάναι αυτό που φέγγει στο σκοτάδι
    νάναι άραγε ήλιος.

    Ένας άνθρωπος καίγεται
    ένας άνθρωπος φωτίζει τη νύχτα
    ολόρθος σ’ ένα φυλάκιο φωτίζει τη νύχτα
    τον αλείψαν πετρέλαιο
    και τον άναψαν
    άναψε κι όλας μια μεγάλη φωτιά
    στον κόσμο
    πάμε να ζεσταθούμε απόψε
    να δούμε λίγο ουρανό
    να δούμε μήπως έχουμε πεθάνει
    και αυτά τα δυο παιδιά
    αυτοί οι δυο ξυλιασμένοι φαντάροι
    να δούνε την ώρα
    να δούνε ότι είναι η ώρα
    που κανένα ρολόι δεν έδειξε ποτέ
    που κανείς δεκανέας της αλλαγής
    δεν υπάρχει
    να δούνε ότι είναι η ώρα

    η ώρα η πιο βαθειά της νύχτας
    που ξαναγινόμαστε άνθρωποι.


    http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/e/e4/Perrault_Leon_Jean_basile_A_Mother_With_Her_Sleeping_Child.jpg A Mother with her Sleeping ChildLeon Perrault paintings


    Mας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας
    μ' ένα τραγούδι σιγανό
    τί κάνατε το τραγούδι αυτό; O κόσμος είναι για την ευτυχία.
    ...σαν μια παλάμη που πότε ζητιανεύει
    και πότε σφίγγει σε γροθιά. (T.Λειβαδίτης)-''Μάχη στην άκρη της Νύχτας''


    Αγαπημένε μου ποιητή (Τάσο Λειβαδίτη)

    Το τραγούδι το σιγανό,  που μας κοίμιζε άλλωτε η μάνα μας 
    το κρατήσαμε .
    Σαν καρβουνάκι αναμμένο στο θυμιατήρι της καρδιάς
    και κάποιες  βραδιές  όταν η πίκρα σταλάζει  το δάκρυ της ψυχής 
    γίνεται θυμίαμα στα χείλη 
    ...Ετσι   δίνουμε τη μάχη μας ''Στην άκρη της νύχτας''
    Ισως  τελικά ''κάποτε', να ''ξαναεπιστρέψουμε'' στον κόσμο 
    κι ας το μαρτυρήσει ...Οποιος σωθεί...

    Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

    Δέκα άγνωστα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου



     «Σειρά σου τώρα,/ χωρίς φώτα,/ χωρίς σκηνικά και θεατές,/ να παίξεις εαυτόν»


    Δέκα άγνωστα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου 

     Τα ποιήματα κυκλοφόρησαν τον Νοέμβριο 2013 από τις εκδόσεις Κέδρος αφορούν δέκα ολιγόστιχα πεζόμορφα ποιήματα που γράφτηκαν σε πολυτονικό το 1985 και ανήκουν στη συλλογή Υπερώο.


    Ο Ποιητης  τα έγραψε στη δεκαετία '80  και δόθηκαν στη δημοσιότητα ξανά με έγκριση της κόρη του Ερσης.
    Τ΄ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ
    Ετούτα τ΄άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι/ λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει/ από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας/ δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες/ καταδύσεις τ΄ανέβασες. Με τι / στερήσεις κι αρνήσεις τ΄απέσπασες/ από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι΄αυτό/ λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια/ ν΄αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ/ να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.
    ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ
    Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες/ διαδοχικές αναιρέσεις , σφαλερές διαισθήσεις./ Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο./ Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο/ πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. / Η νύχτα/ διαστέλλονταν πάνω απ΄την πόλη./ Κι εσύ/ απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,/ έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.
    ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ
    Πίσω απ΄τη μάντρα ,σπασμένα γυαλιά,/ σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,/ τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες, / πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους/ ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,/ σαν άστρο παραμελημένο,/ έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα./ Μαζί κι εγώ.
     

    ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ
    Πριν από εσένα ήσουν εσύ;/ Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας./ Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα/ τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι/ μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι/ πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο./ Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».

    ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ
    Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,/ τα΄δες απ΄την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα/ και μέσα στα παπούτσια σου. / Καλύτερα λοιπόν/ να περπατάς ξυπόλητος/ μη σ΄ακούσουν.


    ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ
    Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν./ Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο./ Έσπασε το θερμόμετρο,/ ο υδράργυρος σκόρπισε./ Σαν φτάσαμε στα σύνορα/ μας σταμάτησαν./ Τα ψεύτικα διαβατήρια / ήταν έγκυρα./ Εμείς δεν περάσαμε.
    ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ
    Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος./ Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της / λάμπουν ωραία. Όμως , προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου/ να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.
    ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ
    Οι φούρνοι των υαλουργείων. Φλόγες, διαθλάσεις,/ κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία./ Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,/ ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,/ τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία-/ μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους, / πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε- είπε- /αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη, / η προδοτική.

    Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ
    Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια./ Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε./ Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε./ Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα./ Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου/ μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι/ στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,/ φορώντας τις λευκές σου μπότες.
    Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...