Translate

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Το ''φανταστικό βιολί''

http://3.bp.blogspot.com/-HWPGX6Xn1zE/UNGrKq1d6zI/AAAAAAAAJGk/V616MeyrhTc/s1600/pyle-old.violin-1894.jpg

The Old Violin by Howard Pyle, 1894.

Ο μουσικός (Τάσος Λειβαδίτης

  Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατα του ένα παλιό, φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι, του λέω, πάντα το άκουγα», ……ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.




 

http://2.bp.blogspot.com/-3aOIqcRENbA/Tx6J5LK1eDI/AAAAAAAAA_o/bZc5yg5CFLM/s320/violin.jpg
Βιολί για Μονόχειρα
Τάσος Λειβαδίτης
"Ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία
όταν τη διηγούμαι σε κάποιον..."


Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω -- ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο, ή μάλλον να το πω αλλιώς: το πιο θανάσιμο αμάρτημα είναι να μην αγαπάς τον εαυτό σου, αλλά μια μέρα δεν άντεξα, «εμένα με γνωρίζετε;» τους λέω,
«όχι» μου λένε -- έτσι πήρα την εκδίκησή μου, και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους ή μη ρωτάτε τι μπορεί να συμβαίνει με τους τρελούς -- τι άλλο απ' το να διασκεδάζουν ένα παιδί, που δεν ήθελε να μεγαλώσει, κι αφού οι ονειροκρίτες είναι περασμένης μόδας, 
μεταναστεύω κι εγώ στην άλλη άκρη της ομπρέλας μου, καθ' ότι αλκοολικός και διότι άρχισε να βρέχει σε παλιούς μακρινούς καιρούς κι απ' το παράθυρο έρχεται η μυρωδιά των κυπαρισσιών σαν μια μουσική που μαντεύεις το τέλος της -- ενώ η γριά μου εξηγούσε την ανάσταση του Κυρίου, «φοβόταν μήπως αλλιώς τον λησμονήσουν» έλεγε, όσο για μένα, προτιμώ να κρεμάσω ένα ρολόι στο γιλέκο μου, παρά να κρεμαστώ εγώ -- θα ήταν τότε σαν να εξηγούσα πολλά πράγματα, ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ' ένα χέρι βιολί, όταν με τ' άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του -- ήμουν τόσο εξουθενωμένος που στους διαβατικούς καθρέπτες που κοιτάχτηκα δεν είδα παρά την ανείπωτη λέξη, και μην έχοντας τίποτα καλύτερο κάθομαι και θησαυρίζω, (εν αγνοία τους, βέβαια, αφού μου είχανε πάντα γυρισμένες τις πλάτες) αλλά δεν ξοδεύω και αρκούμαι στο μακρινό σφύριγμα του τρένου, που ανορθώνει, σαν άνθρωπο, 
το σκυλί και ρίχνει κατιτί μες στο κουτί του ζητιάνου -- γιατί το ξέρω ότι ματαιοπονώ, κι οι σελίδες που γράφω θολώνουν κιόλας από κάμαρα σε κάμαρα και στο φως της λάμπας το βράδυ θα έχουν μια άλλη σημασία και το πρωί θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο για να πονέσεις, αντίο, λοιπόν, καλή μου εγκαρτέρηση, εγώ πάω ν' ασχοληθώ με τους τρελούς μου
ή μάλλον θα πω για τα παπούτσια τους, 
 τόσο αφρόντιστα σαν να τους τα φόρεσε ένα χέρι που ήξερε περισσότερα κι ίσως, αν σφύριζα πιο αμέριμνα, όλα να 'χαν πάει καλά ή αν δεν ήμουν τόσο επιρρεπής, όπως αυτός ο γελοίος σταθμάρχης που πληρώνεται για να μη μ' αφήνει να ταξιδέψω ή σαν τον ποιητή που του αρκεί λίγος ύπνος για να ξαναγίνει αθώος.
 Το "Βιολί για μονόχειρα" εκδόθηκε το 1977
και το 1979 βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.
Αrt  by Hamish Blakely

 Ναπολέων Λαπαθιώτης
Στο κέντρο το νυχτερινό
 Τώρα που παίζει το βιολί
κι έχουμε πιει τόσο πολύ
που μ’ έναν έρωτα τρελό
σαν νά `μαστε δεμένοι.
 
Σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό
βάλε ξανά να ζαλιστώ
μέσα στο όνειρό σου να κλειστώ
το μόνο που μου μένει.
 
Γιατί άμα λείψει το κρασί
και φύγεις έξαφνα και συ
και βουβαθεί και το βιολί
με το γλυκό βραχνά του.
 
Μες στης καρδιάς μου το κενό
μεγάλο σαν τον ουρανό
θ’ ακούσω πάλι το βραχνό
τραγούδι του θανάτου.

http://3.bp.blogspot.com/_wk0q3IyIlFU/SxKM0M2CzOI/AAAAAAAAAy0/q8amcjuUOW8/s1600/Violin+%26+Wine+Bottle.jpg

Κασίντα για το κλάμα

Έκλεισα το μπαλκόνι μου
γιατί δε θέλω να ακούω το κλάμα,
όμως πίσω από τους γκρίζους τοίχους
μονάχα κλάμα ακούω και τίποτ΄άλλο
 
Ελάχιστοι είναι οι άγγελοι που τραγουδάνε
ελάχιστα σκυλιά αλυχτούν
μες στην παλάμη του χεριού μου χίλια βιολιά χωράνε.
 
Αλλά το κλάμα είναι ένας σκύλος απέραντος
το κλάμα είναι ένας άγγελος απέραντος
το κλάμα είναι ένα πελώριο βιολί
τα δάκρυα σκέπασαν τη φωνή του ανέμου
και δεν ακούς πια τίποτ΄άλλο παρά κλάμα.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Τρεις Εραστές, Μίλτος Σαχτούρης.
Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
Αχνίζει ένα φως θαλασσί
Πλατύ χέρι στην καρδιά
Βήματα ερειπωμένα
Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.

Ο πρώτος…
Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν
Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας

Ο δεύτερος…
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
Ο τρελός την επήρε τραγούδι

Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι
Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
Μόνο αυτός δεν το ξέρει

Ο τρίτος…
Έκανε την αγάπη του καράβι
Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
Τώρα έγινε πάλι παιδί
Σιάχνει πύργους με άμμο
Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
Και προσμένει να γυρίσει ξανά
Το καράβι η αγάπη
Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει
Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.

http://3.bp.blogspot.com/_txqHwDQ3w68/TBe96iIPlhI/AAAAAAAAA34/IDqnD3_gpHk/s1600/Tarlton+Original+Oil+Painting+Violin+woman+eBay+017i.jpg
Art by  Karen Tarlton

Τὸ παλιὸ βιολί -Ιωάννης Πολέμης

Ἄκουσε τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι του μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τ᾿ ἀχνὰ κι᾿ ἀπάρθενα τῆς ἀγάπης χείλη.

Καὶ τ᾿ ἀηδόνι τ᾿ ἄγρυπνο καὶ τὸ ζηλευτὸ
ζήλεψε κι ἐσώπασε κι ἔσκυψε κι ἐστάθη
γιὰ νὰ δεῖ περήφανο τί πουλὶ εἶν᾿ αὐτὸ
ποὺ τὰ λέει γλυκύτερα τῆς καρδιᾶς τὰ πάθη.

Ὡς κι ὁ γκιώνης τ᾿ ἄχαρο, τὸ δειλὸ πουλί,
μὲ λαχτάρ᾿ ἀπόκρυφη τὰ φτερὰ τινάζει
καὶ σωπαίνει ἀκούγοντας τὸ παλιὸ βιολί,
γιὰ νὰ μάθει ὁ δύστυχος πῶς ν᾿ ἀναστενάζει.

Τί κι ἂν τρώει τὸ ξύλο του τὸ σαράκι; τί
κι ἂν περνοῦν ἀγύριστοι χρόνοι κι ἄλλοι χρόνοι;
Πιὸ γλυκιὰ καὶ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
ἡ φωνή του γίνεται, ὅσο αὐτὸ παλιώνει.

Εἶμ᾿ ἐγὼ τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι μου μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τῆς πρώτης νιότης μου τὰ δροσάτα χείλη.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Πόλυ Πάνου

http://nstatic.tanea.gr/13546478_POLY_PANOU_OLGA.limghandler.jpg?i=aT1maWxlcyUyZm9sZHRhbmVhJTJmZmlsZXMlMmYxJTJmbWVkaWElMmYyMDEyJTJmMTIlMmYyOCUyZjEzNTQ2NDc4X3BvbHkrcGFub3Urb2xnYS5qcGcmdz02NjAmaD0zNzYmc3Q9dHJ1ZSZiZz0xNjc3NzIxNSZjcj10cnVlJmF0PTQ%3D
Φέρτε μια κούπα με κρασί
και κάντε μου παρέα,
για μένα απόψε η βραδιά
είναι η τελευταία.


Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις,
σε βαρέθηκα.
Κι αν χρυσά παλάτια τάζεις,
είναι ψεύτικα.

Πέστε τραγούδια θλιβερά
απ’ της καρδιάς τα βάθη,
δεν είναι άλλα πιο βαριά
απ’ τα δικά μου πάθη.

Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις,
σε βαρέθηκα.
Κι αν χρυσά παλάτια τάζεις,
είναι ψεύτικα.

Κι αν δείτε, φίλοι, κάποτε
μια μάνα πικραμένη,
πέστε ας το πάρει απόφαση
κι ας μη με περιμένει.

Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις,
σε βαρέθηκα.
Κι αν χρυσά παλάτια τάζεις, 

 είναι ψεύτικα.


Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σ' επτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι


POLIPANOU_PRWTO_HX.jpg Η Πολυτίμη Κολιοπάνου -όπως ήταν το πραγματικό  όνομα της Πόλυς Πάνου, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 28 Οκτωβρίου 1940, μεγάλωσε όμως στην Πάτρα.  
Ο «νονός» του καλλιτεχνικού της ονόματος ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο άνθρωπος που την ανακάλυψε στην Πάτρα και έμελλε να της αλλάξει τη ζωή.
Η ιστορία της ξεκινά όταν μαθήτρια ακόμα του δημοτικού, κάνει σκασιαρχείο από το σχολείο και πηγαίνει στα Ψηλαλώνια της Πάτρας, για να ακούσει τα καινούργια τραγούδια της εποχής. 
Στην ηλικία των 10 ετών εντυπωσιάζει με τις φωνητικές ικανότητες, όταν στο μαγαζί όπου εμφανιζόταν ο Σταύρος Τζουανάκος, ανέβηκε στο πάλκο και τραγουδά το «Συλβάνα, Συλβάνα μου τρελή πεθαίνω για ένα σου φιλί».
Αργότερα, κρυφά από τους γονείς της, συμμετέχει σ' ένα διαγωνισμό ταλέντων της πόλης, στον οποίο τραγουδά το τραγούδι «Μητέρα» του Φώτη Πολυμέρη και διακρίνεται ανάμεσα σε 260 παιδιά, παίρνοντας το πρώτο βραβείο . 
Οι εφημερίδες τότε, γράφουν για τη «μικρή Πατρινοπούλα, το παιδί θαύμα που πήρε το πρώτο βραβείο».
Έναν χρόνο μετά από το διαγωνισμό, βρίσκεται στην Πάτρα για εμφανίσεις ο νεαρός τότε και ταλαντούχος Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
 Η τραγουδίστρια του συγκροτήματός του, τους είχε εγκαταλείψει και ο Γρηγόρης έψαχνε εναγωνίως τραγουδίστρια να την αντικαταστήσει. 
Τότε τυχαία σε ένα κουρείο της γειτονιάς της, έμαθε για τη μικρή Πολυτίμη με το «χρυσό λαρύγγι» όπως την αποκαλούσε και ο ίδιος. 
Έτσι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τη βρήκε, την άκουσε να τραγουδά τα «βαριά» του Τζουανάκου, τραγούδια ανατολίτικα αλλά και Πολυμέρη και αμέσως τότε της ζήτησε να τον ακολουθήσει.
 Ταξίδεψαν μαζί στη Πάτρα, στο Αγρίνιο και μετά στην Αθήνα, στα δισκογραφικά στούντιο της Columbia, ενώ η Πόλυ Πάνου ήταν πάντα με τη συνοδεία της μητέρας της, παρά την αντίθετη γνώμη του πατέρα της.
Ο τότε παραγωγός της Columbia, έχοντας μεσολαβήσει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για την ακρόαση και εντυπωσιασμένος από τη σπάνια φωνή της, του είπε: «Γρηγόρη μου, μού ‘φερες μια Βέμπο του λαϊκού τραγουδιού!».
«Εγώ, πριν απ' όλα, για τον εαυτό μου τραγούδησα, τραγουδούσα, τραγουδάω. Σ' εμένα έδινα και δίνω πάντα λογαριασμό. Χωρίς τρακ, χωρίς τίποτα. Είχα, κι έχω πάντα, μεγάλο, πολύ μεγάλο πάθος. Το αγάπησα πολύ το λαϊκό τραγούδι.
 Και μπήκα μέσα κι έδωσα όλον μου τον εαυτό. 
Του Γρηγόρη Μπιθικώτση, το χαρτί που μου 'δωσε, εγώ δεν το 'καψα. Δεν υπήρχε περίπτωση να το κάψω!», είχε δηλώσει πριν χρόνια σε συνέντευξή της, η σπουδαία τραγουδίστρια.
Το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε, το έγραψε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και είχε τίτλο «Πήρα τη στράτα την κακιά» (1952). Ακολούθησε το «Να πας να πεις της μάνας μου» (1956) του Γιώργου Ζαμπέτα.
Η Πόλυ Πάνου ήταν η πρώτη που τραγούδησε τα «Παιδιά του Πειραιά», που αργότερα έγινε μεγάλη επιτυχία και ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις που την κάλεσε στο τηλέφωνο και της είπε: «Έχω, Πόλυ, γραμμένο ένα τραγούδι για σένα».
Η σημαντική αυτή ερμηνεύτρια τραγούδησε πολλά από τα καινούργια τραγούδια όλων των κορυφαίων λαϊκών συνθετών της δεκαετίας του '50.
 Ήταν η εποχή άλλωστε ανάδειξης μίας νέας γενιάς.
 Η Πόλυ Πάνου θα αναδειχτεί παράλληλα με τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Πάνο Γαβαλά, την Καίτη Γκρέυ και τη Γιώτα Λύδια. 
Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Θόδωρος Δερβενιώτης και ο Μπάμπης Μπακάλης θα της γράψουν τα καινούργια τραγούδια με τα οποία θα αναδειχτεί στη δισκογραφία και στο πάλκο.
 Πολλά απ' αυτά θ' αντέξουν να τραγουδιούνται μέχρι και σήμερα.
Το «Μες στην πολλή σκοτούρα μου», και το «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη, «Φέρτε μια κούπα με κρασί», «Οτι βρέξει ας κατεβάσει» του Απ.Καλδάρα, «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε» του Γιάννη Παπαϊωάννου, 
«Πάρε το δαχτυλίδι μου», «Καυγαδάκι» του Μητσάκη, «'Αλλα μου λεν τα μάτια σου», «Ένα σφάλμα έκανα» του Δερβενιώτη,
 «Εσένα δε σου άξιζε αγάπη», «Τα αδέλφια δε χωρίζουνε», 
«'Ασε πρώτα να ξεχάσω» του Καλδάρα, «Τα λιμάνια» του Τσιτσάνη και πολλά άλλα, υπήρξαν σταθμός στην καλλιτεχνική της πορεία.



 Αμίλητό μου στόμα, φεγγάρι μου σβησμένο
ανάθεμα την ώρα και τη βαριά στιγμή
Όλα για σε τα δίνω, τα δίνω και πεθαίνω
για να μη σε αγγίξουν ξανά οι στεναγμοί(Λ.Παπαδόπουλος)





Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Αν έβρεχε δάκρυα

Art By Alan D. Wolfelt, Ph.D.
 Στο καλάθι της ένα πακέτο μακαρόνια, φρυγανιές και ένα κουτί γάλα.
Τα μάτια της ξάγρυπνα.
-Εχω το μικρό με πυρετό, (είπε).
Οι γύρω μας συζητούν μεταξύ τους,  με ιδιαίτερη  έμφαση στα τεκταινόμενα των ημερών.
Γύρισε με κοίταξε και  είπε (σαν, να μονολογούσε).
-'Εξι λεπτά να βράσουν τα μακαρόνια, τέσσερα στόματα, ο πατέρας άνεργος... αυτό είναι το τελευταίο μου εικοσάευρω...ξέρεις...
....Για ποιόν να πρωτοκλάψω; Στέγνωσα μέσα μου..
...Δεν ήξερα τι να της πω,  χαμήλωσα το βλέμμα και κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι...
Μακριά, η ζωή…Κι εδώ ραγισματιά πάνω στη θλίψη», γράφει σ' ένα ποίημα του ο Βύρων Λεοντάρης 
(Μαρία Λαμπράκη)


http://1.bp.blogspot.com/_29_shKT4Elw/SGLNiXhTAhI/AAAAAAAAD2M/bybiOooa0T4/s400/angel.jpg

-ΜΠΟΡΙΣ ΒΙΑΝ (Boris Vian 1920 – 1959)

Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει μι’ αγάπη
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν βαραίνουν οι καρδιές
Σ’ ολόκληρη τη γη
Για ένα σαραντάμερο
Δάκρυα πικρά
Θα πνίγανε τους πύργους
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει ένα παιδί
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν γελάνε οι κακοί
Σ’ ολόκληρη τη γη
Με γκρίζα κύματα και κρύα
Δάκρυα πικρά
Το παρελθόν θα τάραζαν
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν σκοτώνουμε τις καθαρές καρδιές
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν χανόμαστε κάτω απ’ τα τείχη
Σ’ ολόκληρη τη γη
Θα γίνονταν κατακλυσμός
Από τα δάκρυα τα πικρά
Των δικαστών και των ενόχων

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Ενας λόγος για το καλοκαίρι-Γιώργος Σεφέρης




 Ενας λόγος για το καλοκαίρι-Γιώργος Σεφέρης

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ' τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε
στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.


 Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·
αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους
απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,
μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,
σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τούς εδώ, αυτές τις κολόνες·
κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντά
σε βούρλα και σε καλάμια νησιά
που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάει
ο κουπολάτης, κι ας γεννήθηκα κοντά
στη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου
σαν είμαι κουρασμένος - δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα.


Art by Alex Alemany

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό
τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα
μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·
πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ' τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα δεν τα καταλαβαίνω
μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανά
φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή
με μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδη
σφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες
σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένα
σκοτώνουνται το ένα με τ' άλλο λιγοστεύουν
κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια
τα πρόσωπα της άλλης φυλής.

Alex Alemany
Art by Alex Alemany
Περπατήσαμε μαζί μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο
δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού

χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας
πήραμε τα καράβια ξενιτευτήκαμε γυρίσαμε
βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν
μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.
Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ' αγάλματα φόρεσαν τις γυμνές
άδειες καρέκλες του φθινοπώρου, κι οι σύντροφοι
σκοτώσανε τα πρόσωπά τους· δεν τα καταλαβαίνω.
Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι
κύματα της άμμου φεύγοντας ως τον τελευταίο κύκλο
ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος ατέλειωτος
μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο
χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό
χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής
χαμένα σ' ένα σημείο που δεν τ' ορίζω και με κυβερνά·
τα χέρια σου γγίζοντας το ελεύθερο κύμα.


Φθινόπωρο, 1936 



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...